8.2.12

Ανέβαιναν απ’ το μεγάλο ακρογιάλι ωσάν να μην ήταν πια άνθρωποι οι άνθρωποι
Με λίγη λάμψη από μόλις αρπαγμένο κάρβουνο στο μέρος του μετώπου
Ενώ κάτω οι εκρήξεις συνέχιζαν και οι βομβαρδισμοί καθώς λέγαν δεν είχανε ποτέ κοπάσει.
Κι ήτανε μιαν απόλυτος σιγή όπου λες πως ύπνος σκέπασε όλες του τις αισθήσεις

Όμως ο νους δειπνώντας γαλήνη ανέκαθεν εταράζετο κι έτσι άρχισε μια μια ναν τις ξυπνά
Χαριεντιζόμενος με τις Συμβολισμούς.
Πιο πέρα το Παράλογο και το Πραγματικό αγκομαχώντας σκαρφάλωναν στην όραση
Πιασμένα χέρι χέρι τα δυο τους από τα κρόσια των βλεφάρων˙
Κι από μακριά ερχόμενοι
Οι άνεμοι συνέτασσαν τ’ οσμολόγιο του κόσμου γδέρνοντας την ύπαρξή τους
Πάνω σε πέτρες και ύβρεις και βιβλικές αντιλήψεις.
Τελικά εξουσίασαν: ένα πλατύ γαρύφαλλο ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας
Με την ανθοδόχη μέσα της και τ’ άνθια πάλι δοσμένα στην όραση.

Ο Θεός πρέπει κάποτε ν’ αποκαταστήσει τη δημόσια εικόνα του, σκέφτηκε.

Στο μεταξύ όλο κι ανέβαιναν από κάτω, απ’ το μεγάλο ακρογιάλι οι άνθρωποι
Ωσάν να μην ήταν πιά άνθρωποι˙ με μιαν αλλόκοσμη σκοτεινιά στον παγωμένο βάλτο
Του ματιού που λες ετούτοι μόλις πήραν μιαν οριστική απόφαση για την οποία δεν ήσαν
Και ποτέ δεν θα ήσαν έτοιμοι κι όμως έπρεπε τώρα να την πάρουν.

Κι ο ουρανός στο βάθος εξ ενστίκτου άστραφτε στέλνοντας στιγμιαίες λάμψεις
Όσο που να δεις μια λευκή πομπή από όνειρα να κρατούν στα χέρια τους μιαν αρμαθιά ψυχές
Και να χάνονται βαγόνι το βαγόνι μές στη ζωή σου.

2 σχόλια:

X2 είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
X2 είπε...

ναι, Θανάση. Εγώ ήμουν. Στο μεταίχμιο, ανάμεσα στον έναν και τον κανέναν σχολιαστή. Τα είπαμε και τηλεφωνικά: υπέροχα κείμενα. θα συνεχίσουμε σύντομα την αποτόμως διακοπείσα χθεσινή μας συζήτηση:)

ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)