10.5.12

Συλλέκτης στιγμών

Μια νύχτα μου ΄δειξες καρδιά μου
το αγαπημένο σου αστέρι
έκανα να έρθω πιο κοντά σου
και εσύ μου άπλωσες το χέρι

Μετά μου ζήτησες μια χάρη
"ότι μου λείπει, θέλω να 'σαι"
και εγω σε πήρα αγκαλιά μου
και σου πα πια να μην φοβάσαι

εσύ στην άμμο να κρυώνεις
και εγώ στο βράχο σύντροφός σου
άκουγα να χτυπάει η καρδία σου
και ζεσταινόμουν απ το φως σου

στην αγορά για λίγα φράγκα
πρώτη του Μάη με πουλούσες
"πάει κι αυτός , σιγά το πράγμα ..."
σ΄ άκουσα που μονολογούσες.

Γυρίζω γύρω απ τον εαυτό μου
σταμάτησα να κάνω σκέψεις
σαν σκύλος που έμεινε στη σκάλα
και περιμένει να επιστρέψεις


Πάλι ο άλλος.

30.4.12

Χθες

Έτσι για εκείνη την μοναδική στιγμή
για το γαμώτο
που φωνάζει "ακόμη κάτι"!

Για κάθε κύτταρο που χόρεψες μαζί
ρυθμοί και στοίχοι σου απλωμένοι στο κρεβάτι
η ακοή πια δεν μπορεί να σηκωθεί
οι ήχοι σου την άφησαν σακάτη.


Έτσι για εκείνη την απέραντη σκηνή
για τη ψυχή
που μου ζητά "βγες απ τη δύνη"!

Παίρνεις το τρένο να γυρίσεις τη ζωή
ενώ η αφή μου αναζητά ότι έχει μείνει
και καρφωμένος σε ένα τελευταίο σταθμό
παίζω τα ρέστα μου ποντάροντας στη μνήμη.


*Ένας εκ των Δύο







*Όχι ο ποιητής, ... ο άλλος!

24.4.12

ΟΣΙΟΥ ΕΝ ΑΓΝΟΙΟΙΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ (Σπονδυλωτό ποίημα)



Διάλεξε! –έρχονται μια μέρα και μου λένε- από ‘δώ ή από κει;
Κι έμεινα να κοιτάζω διότι ποτέ δεν ήξερα κατά που να πάω.

Και τι είναι άλλωστε η διάψευση;
Το μεταπτυχιακό του ενθουσιασμού, είπε κάποιος κάποτεֹ
Και έφυγε για κάπου.

Ύστερα με ρώτησαν.
Δεν ξέρω.
(Πάντα κρατούσα μέσα μου την πισινή ενός δικού μου κόσμου.)

Για όλες εκείνες τις φορές που δεν είπες καμία
ενώ περίμενες καιρό
να πεις την τελευταία
λέξη.

Αχ κι εκείνο το τραγούδι
Κι εκείνη η ηθοποιία της φωνής
Να σκάβει μέσα σου το μαλακό χώμα
Φλογισμένη αξίνα
Την ώρα π’ ανάβουν τα καντηλάκια
Στη μυστική εκείνη γωνιά
Όπού ‘χουν το εικονοστάσι τους
Τα μπουρδέλα.

Σσσσςςςς. Σκασμός επιτέλους, μας πρήξατε τ’ αρκίδια.
Γέμισε ο τόπος από ανθρώπους που μιλάν, που ξαφνικά θυμήθηκαν!
Πετάχτηκε στον ύπνο του.
Είδε δίπλα το βιβλίο, σταματημένο σελίς 47:
*«Μείνε ακατανόητος σκοτεινός και κακόγευστος
Αφήνοντας ξοπίσω σου δύσοσμους όγκους σιωπής
Δείξτο πως δεν μετάνοιωσες ακόμη»

Εκείνο το τραγούδι
Κι αχ εκείνη η ηθοποιία της φωνής
Κι εσύ να ‘χεις αγκαλιαστεί μ’ ένα από κείνα
Τα παράπονα
Που δε ζητάνε δίκιο γιατί ξέρουν πως δεν έχουν
Που στέκουν πάνω από πρόσωπα
Στο παραμέσα του συναισθήματος
Και πιέζουν τη ρίζα του ζειν.

Στο βάθος διακρίνονται τα πλοκάμια του δρόμου
Κι εσύ σφιχτά με το παράπονο

Καθώς χάνεσαι κατά τους λιοβαμμένους λόφους
Την ώρα της Δύσης
Ωσάν φινάλε σκηνή από γουέστερν
Πέφτουν τα γράμματα˙ σε προλαβαίνει η νύχτα˙
Στο σκοτάδι της οθόνης,
Ένα αναμμένο καντήλι βεβηλώνει τη λήθη.


*Γ. Αγγελάκας/Σάλια μισόλογα και τρύπιοι στίχοι

20.3.12

Η εκλογή ενός και μοναδικού υποψηφίου ως σεξουαλική πράξη. Αφιερωμένο στον Ευ. Βενιζέλο



Σύμπασα η Πολιτεία με δηλώσεις των φορέων της στα Μέσα, κατηγορεί την Πολιτεία για τα επεισόδια στο ΟΑΚΑ. Ανατρέχοντας μάλιστα σε πρόσφατα ή μακρινότερα παρελθόντα, η Πολιτεία επιρρίπτει ευθύνες στην Πολιτεία για τη διάρκεια στη δράση των χούλιγκανς τα τελευταία τριάντα, περίπου, χρόνια. Φυσικά κάθε φορέας της Πολιτείας που κατηγορεί την Πολιτεία για ανευθυνότητα, απαλλάσσεται βάσει του άγραφου νόμου «Περί ευθύνης Πολιτείας». Έτσι, πιστοί στις βασικές αρχές του θεάτρου του Παραλόγου, οι φορείς της Πολιτείας παίζουν το ρόλο τους με αποστασιοποίηση.



Από την άλλη, μέσα στο σταθερά σουρεάλ σκηνικό της ελληνικής ποδοσφαιρικής (επί του προκειμένου) πραγματικότητας, ο Βαγγέλας Μαρινάκης με τις δάφνες του αγωνιστικού θριαμβευτή ξαφνικά μετατρέπεται σε διδάκτορα ήθους και απαλλάσσει, σε ότι τον αφορά, τον αντίπαλο από καταγγελίες και προσφυγές σε αθλητικούς εισαγγελείς κλπ. Βέβαια η μεγαλοψυχία του νικητή είναι πάντα δωρεάν, ένα ακούραστο κερασάκι στην τούρτα, η επιτομή της τσάμπα μαγκιάς διότι ο καθείς (λέμε τώρα) γνωρίζει ότι στις ήττες γνωριζόμαστε καλύτερα και εύκολα φανταζόμαστε τι θα επακολουθούσε αν έχανε ο κύριος.

9.3.12

Απ’ τις ράχες της δόξης έρχομαι.
Έννοια σου και θα γυρίσει ο κόσμος. Μου τό ‘πανε χθες καθώς με είδαν να γυρνώ ξυπόλητη μέσα στις Αγορές και ν’ αγοράζω λόγια απ’ το ψάθινο πανέρι της Ιστορίας. Μου τό ‘πανε τα στεγνωμένα αίματα που το μόνο που τους απόμεινε πιά είναι να λεν τη ζωή σου. Θα γυρίσει λέει ο κόσμος. Όσο φτωχαίνεις τόσο να χαίρεσαι. Ότι ο ποιητής δεν ομιλεί με όρους τρέχοντος πολιτισμού…


Απ’ τις ράχες της δόξης έρχομαι.
Εκεί όπου εκτυφλωτικά λαλούν τα αηδόνια κάποιο άσμα ανήκουστο από εποχές πανμακρινές. Εκεί που χρυσώνει ο ήλιος την πέτσα της θάλασσας κι ανοίγεται η ψυχή τόσο που χάνει τα μάτια. Κι ανοίγεται η άκρη της φλόγας ως πέρα που πιάνει ο νους το ακατέργαστο σύνορο που χωρίζει τα κοινά απ’ το Επέκεινα.



Εκεί η φωτιά κι ο Ιούδας που καταπρόσωπο επέταξε τ’ αργύρια
Εκεί κι εγώ. Παίζουσα μες στα καπνισμένα θυσιαστήρια.



Εκεί με λέγανε Γιουδήθ…

4.3.12

v.
Άγνωστος μεταξύ απόντων γύριζε μες στον παράδεισο˙ ο μόνος κουρελής απ’ τους καιρούς της μνήμης˙ κι εκεί που όλοι εγλέντααν εκείνος θαρρείς πως έπαιζε τό ‘να μικρό κλεφτόπουλο στην αγκαλιά του θάνατου.
Ώσπου ένα βράδι, τί βράδι δηλαδή – χαράματα και κάτι, εγύρισε τον κόσμο ανάποδα όπως γυρνάς έναν άνθρωπο για να του πέσουν απ’ τις τσέπες τα ψιλά, κι άρχισαν να χύνονται στα πόδια του οι αμαρτίες των κατεχόντων τη Γη της Επαγγελίας και ανομήματα μυριάδων αγγέλων. Τα πήρε στα χέρια του, τα περιεργάστηκε σαν να ‘θελε να στραγγίξει από την αμαρτία τις προθέσεις και να τις αφήσει αμφότερες έκθετες, ξεμπροστιασμένες μπροστά στο αδυσώπητο φως των ταπεινών, ίνα πληρωθή το ρηθέν: οι πρώτοι έσονται έσχατοι.

vi.
Χαμογέλασε τότες με νόημα σαν ν’ αντιλήφτηκε άξαφνα πως αυτό που οι άνθρωποι είπαν Θεό δεν κατοίκησε ποτές του Παράδεισο έξω απ’ τα λημέρια της Ζωής. Προχώρησε στο βάθος κατά το μεγάλο αστραποβόλημα που προδίκαζε το θάμα. «Έδώ! Εδώ συντελείται το Άπιαστο!» φώναζε κάποιος λες και πωλούσε την πραμάτεια του στην Αγορά της μεταφυσικής.

vii.
Ακούστηκε, σαν άλλοτε, το σάλεμα της πέτρας
Και ξεπήδησε μυρίζοντας δουλεμένο χαρτί
Ολόφωτος μες απ’ της νύχτας το σκοταδοπήγαδο
Εκείνος.
Με το λευκό του μανδύα βαμμένο τόπους τόπους κόκκινο
Ξεσκισμένο από το βάρος των προσευχών
Δίχως τρύπες στα χέρια
Και με το προαιώνια ακάνθινο στεφάνι επί της κεφαλής του να μεταφράζει:
«Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς…»

Ζύγωσαν οι δυό τους μέτωπο με μέτωπο
Ανταλλάσσοντας ανάσες
Γεφυρώνοντας αιώνες
Κι άρχισαν άλφα και βήτα
Και άλφα και βήτα
Να ροκανίζουν μυώνες των λέξεων φτάνοντας κάποτε
Στα λινά των ονείρων.

Γεγονός:
Ο πιο απτός Ιησούς
Επαγγέλεται λέξεις.


ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)