Σήμερα ο Θανάσης έχω γενέθλια. Κλείνω τα 30. Κι ακόμη λέω "όταν θα μεγαλώσω."
ΤΟ BLOG-EPITAGON ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ :
ΕΠΕΙΔΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΟΒΑΡΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ, ΖΗΣΤΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΑΣ ΟΣΟ ΠΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ.
ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)
2.1.10
31.12.09
6:03 της παραμονής του '10
Κάποιοι συμμετέχουν σε καθεβραδινά, ασήμαντα γεγονότα
της ιστορίας - ή, άν θέλετε, της Ιστορίας.
Όμως εδώ οι λέξεις γεγονός και ιστορία -ἠ, άν θέλετε, Ιστορία αρκούν για να ρίξουν λίγο φως πίσω απ' τις κάμερες
και την Ιστορία που αυτές, ανά τα έτη, φώτισαν.
27.12.09
26.12.09
2 και κάτι χρόνια μπλόγκινγκ
Οι πάντες βλέπουν τους πάντες ως κατεστημένο εδώ μέσα.
(Τρόμπα Μαρίνα Αλαλούμ)
Αποτέλεσμα - μεταλλασόμαστε, γιαβάς γιαβάς, σε κακεντρεχείς κριτικούς ακόμη και της κλανιάς του άλλου, και σε κούφιους ποιητές.
(Τρόμπα Μαρίνα Αλαλούμ)
Αυτή η "άλλου είδους ελεύθερη έκφραση" και αυτή η μανιώδης αναζήτηση ελευθερίας, έχει πλέον μεταφραστεί σε: πόσο κάφρος μπορεί να γίνει ο καθένας για την μητέρα Τέχνη. Α, εκείνος έγινε πολύ κάφρος και έχει επιτυχία. Εγώ θα τον ξεπεράσω. Θα βιάσω τους μικρούς γιούς μου και θα τους τεμαχίσω μέσα σε σακούλες του JUMBO. Θα φτύσω μες στο στόμα σας, θα κατουρήσω τα πληκτρολόγιά σας. Μή μου ζητήσετε το λόγο μετά, εγώ είμαι Καλλιτέχνης! Καλλιτέχνης! Καλλιτέχνης!
(Τρόμπα Μαρίνα Αλαλούμ)
25.12.09
Merry Christmas - Παλαιά και νέα μπαρόβια

«Πουτάνες στα κρεβάτια σας» σιώπησε μια φωνή κι όπως δεν την άκουσε κανείς, οι θαμώνες του μπαρ Santa Claus στην Καισαρεία συνέχισαν ανέμελοι το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν τους. Τα ποτά πηγαινοερχόντουσαν με συχνότητα εκτάκτων δρομολογίων κα πάνω στο «Last Christmas I gave you my ass», ο Μαρία έξυσε ηδονικά το κωλαράκι του πάνω στην γκλίτσα πού ‘χε ανάμεσα στα πόδια της η Γιώργος. Ο Χριστίνα γονάτισε μπροστά στο σηκωμένο μικρόφωνο της Βαγγέλη κι αφού τό ‘βαλε ως τη μέση στο στόμα του είπε: «αυτοί μπερδεύουν την αγένεια με την ¨επανάσταση¨, την αλητεία με τη μιζέρια. Κύριε Megaman αυτό είναι τρέλα!» Ύστερα τό ‘βγαλε με θόρυβο από το στόμα του κι έπεσε πίσω με μια τρύπα στον αυχένα. Κάτω απ’ το κεφάλι του άπλωνε σιγά σιγά μια κόκκινη λιμνούλα από ξενύχτια. Οι θαμώνες παρέμειναν απαθείς και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα – όταν πιά κατάλαβε πως το αστειάκι του είχε αρχίσει να ξινίζει, ο Χριστίνα σηκώθηκε, μάζεψε τα χυμένα ξενύχτια, τά ‘βαλε πίσω στο κεφάλι του και στοκάρισε την τρύπα στον αυχένα του με το σπέρμα της Βαγγέλη.

Στη γωνία του μπαρ, το κοριτσάκι με τα σπίρτα μοίραζε άδειους διαφημιστικούς αναπτήρες, ο ντι-τζέι έβγαλε στο προσκήνιο την Άντζελα: «είναι κάτι χαρακτήρες…» Οι θαμώνες του μπαρ Santa Claus στην Καισαρεία τον αποδοκίμασαν κι εκείνος κάνοντας χρήση της επιλογής «νά ‘σαι αόρατος ή να πετάς; » (επέλεξε αόρατος) εξαφανίστηκε προς άγνωστη ημερομηνία κι επέστρεψε μ’ ένα καλάθι κόκκινα αυγά στα χέρια.

...Bar NOSTRADAMUS κάπου στο Νότο. Είχε ένα φεγγάρι που έσπαγε όλες τις χειροπέδες των επιθετικών προσδιορισμών με τους οποίους προσπαθούσε η σκέψη μου να το ακινητοποιήσει. Στα μάτια των πιωμένων είχαν φυτρώσει ζευγάρια δέντρα. Απ' το ταβάνι κρεμόταν η πιό ανεκπλήρωτη προφητεία. Ο Γιώργος έφτιαχνε καραβάκια από χαρτοπετσέτες - ολόκληρο στόλο και τα πέταγε στον αέρα. ''Έχεις ξαναδεί καράβια να πετάνε;'' με ρώτησε χαμογελώντας. Κάποια στιγμή βγήκα έξω και γέμισα τα πνευμόνια μου με δυο βαθιές ανάσες από ανοιξιάτικο βράδι.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα, όπως πάντα, ήταν: "θα γράψω γι' αυτή τη νύχτα".
Κανά δυο ώρες αργότερα που επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, είπα: "τώρα". Κάθισα λοιπόν κάτω αλλά ως το ξημέρωμα δεν βγήκε τίποτα. "Άι σιχτίρ
-ψιθύρισα-. Και γιατί πρέπει στο κάτω κάτω να νοηματοδοτούμε τα πάντα; Άσε και μια φορά την ομορφιά της συγκίνησης να πάει μόνη της, δίχως να παρέμβεις".
Αργότερα συνειδητοποίησα πως ακόμη και εκείνη την "άρνησή" μου να γράψω, διά του παραπάνω κειμένου, την έκανα γραφή.
Γι' αυτό σας λέω: άν είναι ώρες που μιλώ δίχως να λέω τίποτα, συγχωρήστε με∙ - είναι η εξάρτηση.
Εξ άλλου δεν είναι ούτε όλες οι μαστούρες ούτε όλα τα γαμήσια πετυχημένα.
23.12.09
Ο ποιητής Κρόνος
Όσο μεγαλώνω νιώθω περισσότερο ποιητής.
Τίποτα τελικά δεν θα γράψω.
Όσο μεγαλώνω μικραίνω.
Κι όσο περισσότερο νιώθω ποιητής
Τόσο ανακαλύπτω την ευδαιμονία της ματαιότητας
Και λέω – μάλλον τίποτα δεν θα γράψω.
Τότε ανάβω τσιγάρο, το κρεμάω στα χείλη και αρχίζω να σκαρφαλώνω προς τον ουρανό. Κρατιέμαι απ’ τα μαλλιά κάποιου Θεού και ανεβαίνω. Μυρίζουν υπέροχα. Γκόμενα θα ‘ναι ο Θεός, θυμηθείτε το. Ανεβαίνω. Προσπερνάω τον ουρανό και πάω γι’ άλλα. Διασχίζω σκαρφαλώνοντας Σύμπαντα και Διαστήματα– χαιρετίζομαι με αστερισμούς, πλανήτες, γαλαξίες. Τέλος, κατακτώ κάποιον δικό μου πλανήτη. Καρφώνω στο έδαφός του τη σημαία μου. Ανάβω το ίδιο πάλι τσιγάρο. Περπατάω λίγα βήματα ως τον πλησιέστερο χαογκρεμό του κι όπως τον βγάζω για να κατουρήσω, τα τσίσα μου διασχίζουν, πέφτοντας, Σύμπαντα. και Διαστήματα – χαιρετίζονται με αστερισμούς πλανήτες, γαλαξίες…
Και χύνονται στην κούπα του αυριανού καφέ μου.