"...Και κάποτε θα σας διηγηθώ για τη θεία Ρόζα που είχε μιαν άτυχη ιστορία,
ή μάλλον δεν είχε καμιά ιστορία. Απλά ένα βράδι στη βεράντα έκανε να πιάσει ένα αστέρι που έπεφτε και γκρεμίστηκε από τις σκάλες.
Από τότε, στηριγμένη σε δεκανίκια, προχωρά και χάνεται σε κήπους φανταστικούς..."
Τάσος Λειβαδίτης φυσικά, από τις αριστουργηματικές "Βιολέτες για μια εποχή." Σε 4 σειρές συνοψίζει τη ζωή των ονειροπόλων ανθρώπων.
31.3.09
30.3.09
Ωραίο κομμάτι. Και μιας κι αυτή την περίοδο αισθανόμαστε κομματάκι ευάλωτοι, κερνάω ποίημα από το Hall of Fame μου :)
... Πολλά χρόνια αργότερα, αγάπησα άλλη μια γυναίκα. Αυτή την αγάπησα περισσότερο γι’ αυτό και δεν μπορώ να σου την περιγράψω. Προσπάθησα πολλές φορές μα ποτέ δεν κατάφερα να την αποδώσω τέλεια. Θυμάμαι μόνο το χέρι της να γλιστρά στο πρόσωπό μου και μια ελάχιστη φλεβίτσα που παλλόταν διαρκώς, ρυθμικά στην άκρη του λαιμού της. Η αφή μου μόνο έχει κρατήσει τον χτύπο και σχήμα της, όπως κρατούν τα πρόσωπα των νεκρών τις γραμμές της τελευταίας θλίψης και της τελευταίας ευτυχίας τους πάνω στη γη. Αλήθεια, έχεις παρατηρήσει ποτέ τα πρόσωπα των νεκρών; Σαν να προσπαθούν ψηλαφώντας τούτες τις γραμμές να ξεφύγουν από κάπου. Από τον θάνατο τον ίδιο; Από τη ζωή που έζησαν; Απ’ αυτή που θά θελαν να ζήσουν; Κανείς δεν ξέρει.
Κι είναι που οτιδήποτε τελειώνει, μας αφήνει, πάντα, με την πίκρα πως θα μπορούσε νά χε τελειώσει κάπως αλλιώς.
... Πολλά χρόνια αργότερα, αγάπησα άλλη μια γυναίκα. Αυτή την αγάπησα περισσότερο γι’ αυτό και δεν μπορώ να σου την περιγράψω. Προσπάθησα πολλές φορές μα ποτέ δεν κατάφερα να την αποδώσω τέλεια. Θυμάμαι μόνο το χέρι της να γλιστρά στο πρόσωπό μου και μια ελάχιστη φλεβίτσα που παλλόταν διαρκώς, ρυθμικά στην άκρη του λαιμού της. Η αφή μου μόνο έχει κρατήσει τον χτύπο και σχήμα της, όπως κρατούν τα πρόσωπα των νεκρών τις γραμμές της τελευταίας θλίψης και της τελευταίας ευτυχίας τους πάνω στη γη. Αλήθεια, έχεις παρατηρήσει ποτέ τα πρόσωπα των νεκρών; Σαν να προσπαθούν ψηλαφώντας τούτες τις γραμμές να ξεφύγουν από κάπου. Από τον θάνατο τον ίδιο; Από τη ζωή που έζησαν; Απ’ αυτή που θά θελαν να ζήσουν; Κανείς δεν ξέρει.
Κι είναι που οτιδήποτε τελειώνει, μας αφήνει, πάντα, με την πίκρα πως θα μπορούσε νά χε τελειώσει κάπως αλλιώς.
Στο θυμούκι μου!

Όσες αγάπες κι αν μου πάρουν την καρδιά
θα μ' αρρωσταίνει η δικιά σου μάτια μου
να μη χαρώ τα μάτια μου
Όχι πως δε
πως δε σκορπιέμαι αγάπη μου
μέσα σε ξένες αγκαλιές σε χέρια ξένα
μα ότι κι αν πω πονάω για σένα
Ένα παράπονο μονάχα θα σου πω
δε νοιάστηκες για μένα
πάλι μ' αφήνεις καημέ μου να χαθώ
μέσα σε χέρια ξένα
Όσα ταξίδια κι αν μου τάξει η ζωή
σε σένα πάντα θα γυρίζω μάτια μου
να μη χαρώ τα μάτια μου
Όχι πως δε
πως δε σκορπιέμαι αγάπη μου
μέσα σε ξένες αγκαλιές σε χέρια ξένα
μα ότι κι αν πω πονάω για σένα
Ένα παράπονο μονάχα θα σου πω
δε νοιάστηκες για μένα
πάλι μ' αφήνεις καημέ μου να χαθώ
μέσα σε χέρια ξένα.
"Σαράντης Αλιβιζάτος"
Ακουσέ το εδώ
http://www.youtube.com/watch?v=QxDqrRY80Os
29.3.09
Σταγόνα φως που κατεβαίνει αργά απ’ το λαιμό. Πίσω τα χρόνια ασφυκτιούν μέσα σε μια μνήμη που πονάει όπως κι άν τη γυρίσεις. Κάποτε καβαλάς τις λέξεις και χάνεσαι κι άλλοτε ο κόσμος στενεύει τόσο που συνωστίζεσαι και μόνος σου. Δεν υπάρχει αέρας.
Στο σπίτι αρρώστια. Κανόνες συμπεριφοράς, κρίσης και αγάπης μέσα από θρησκευτικές σελίδες. Άσχημο πράγμα ο φανατισμός. Τον ζω καθημερινά. Δεν υπάρχει αέρας.
Τραβώ την κουρτίνα. Κοιτάζω έξω… Μεσημέρι Κυριακής με άδειο στομάχι, σφιγμένο από καφέδες και τσιγάρα. Στο ρολόι μου έχω περάσει την καινούργια ώρα, στο τηλέφωνο έχω αφήσει την παλιά. Θέλω να πω κι ο χρόνος… Μπα, τίποτα δεν θέλω να πω. Δεν υπάρχει αέρας.
Κι ο Θεός ένα μηχάνημα τεχνητής αναπνοής στα εξωτερικά του κόσμου.
Δεν τον γαμάς κι αυτόν.
Στο σπίτι αρρώστια. Κανόνες συμπεριφοράς, κρίσης και αγάπης μέσα από θρησκευτικές σελίδες. Άσχημο πράγμα ο φανατισμός. Τον ζω καθημερινά. Δεν υπάρχει αέρας.
Τραβώ την κουρτίνα. Κοιτάζω έξω… Μεσημέρι Κυριακής με άδειο στομάχι, σφιγμένο από καφέδες και τσιγάρα. Στο ρολόι μου έχω περάσει την καινούργια ώρα, στο τηλέφωνο έχω αφήσει την παλιά. Θέλω να πω κι ο χρόνος… Μπα, τίποτα δεν θέλω να πω. Δεν υπάρχει αέρας.
Κι ο Θεός ένα μηχάνημα τεχνητής αναπνοής στα εξωτερικά του κόσμου.
Δεν τον γαμάς κι αυτόν.
27.3.09
26.3.09
Εσπερινός για δυο μπουζούκια. Από τη Σκάλα του Μιλάνου

Πενιά Νο 1
Από το πηγαίο χιούμορ των ρεμπέτικων και καλών λαϊκών τραγουδιών, καταλήξαμε σε τραγουδιστάκους που υπερασπίζονται το όποιο χιούμορ τους λέγοντας εξυπνάδες της σειράς σε Μενεγάκεια σόου.
Πενιά Νο 2
«Δεν περίμενα νά ‘χεις τέτοια ακούσματα. Απ’ αυτά καταλαβαίνεις πολλά για έναν άνθρωπο» μού ‘παν χθες βράδι, παρασυρμένοι, ίσως, απ’ το «ροκάδικο» της εμφάνισης.
Όμως δέκα χρόνια είναι πάρα πολλά κι εγώ από τα 6 έως τα 15 μου, μεγάλωσα ουσιαστικά μέσα σε μια ταβέρνα. Του πατέρα μου. Δέκα χρόνια όπου το υποσυνείδητο κατέγραφε πενιές και λαϊκά τραγούδια. (Δεκαετία ’80 έως μέσα ’90, σε καλές ακόμη για την ταβέρνα εποχές - από μουσικής άποψης.)

Πενιά Νο 3
«Εκτός από τον έρωτα μ’ αρέσ’ και το μπουζούκι
Μα εσύ στερείσαι καλλιτεχνικά.»
Πενιά Νο 4
Εικόνα ανεξίτηλη: Η αρρώστια εκδηλώθηκε για τα καλά Δεκέμβρη του ’90. Εσπευσμένη αναχώρηση των δικών μου για την Αθήνα ("ΕΛΠΙΣ" αρχικά, "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" στη συνέχεια) για χειρουργείο.
Παραμονή Χριστουγέννων του ’90 κοιμόμαστε (ή μάλλον κάνουμε πως κοιμόμαστε) στο ίδιο κρεβάτι με τη γιαγιά στο πατρικό. Σβηστά φώτα, σκοτάδι. Καταλαβαίνω οτί κλαίει πνιχτά από το ελάχιστο ταρακούνημα του σώματός της που κουνά το στρώμα.
Η αλήθεια είναι οτί 10 χρονώ εγώ, δεν ήμουν σε θέση να εκτιμήσω τη σοβαρότητα της κατάστασης.
«Γιατί κλαις;» τη ρωτάω. Μέσα σε λίγες μέρες, σαν κακό όνειρο, είχαμε σπάσει να κάνουμε Χριστούγεννα μισοί εδώ μισοί εκεί.
«Τι να σου πω… –μου λέει- …Είσαι μικρός και δε χωράς τον αναστεναγμό μου.»
Αργότερα έμαθα το τραγούδι. Κι εκείνη την παραλλαγή της - απ’ το ανεπαρκές του ντουνιά στο μικρόν της, τότε, ηλικίας μου.
Και, πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή, ο Λειβαδίτης που έγραψε τους στίχους του τραγουδιού, έμελλε να γίνει χρόνια πολλά αργότερα, ο αγαπημένος μου ποιητής…
Οι φωτογραφίες από τα "Ρεμπέτικα Τραγούδια" του Ηλ. Πετρόπουλου
Έν δυό - ένα, ένα στο αριστερό ... ένα!
Καταπληκτικό πράγμα τελικά
αυτές οι παρελάσεις.
Γουστάρω που κάθε χρόνο
Μάρτη μήνα ανακαλύπτω
ότι πρέπει να μισώ
του γείτονες λαούς.
Έλληνες είστε και φαίνεστε (στις παρελάσεις).
αυτές οι παρελάσεις.
Γουστάρω που κάθε χρόνο
Μάρτη μήνα ανακαλύπτω
ότι πρέπει να μισώ
του γείτονες λαούς.
Έλληνες είστε και φαίνεστε (στις παρελάσεις).
21.3.09
Η σιωπή είναι η μόνη μου εξουσία.
Πάνω απ’ την τάφρο του κόσμου τις νύχτες, καλπάζει μια ωχρή φεγγαράδα
κι ένας ήχος κύματος που ακούγεται να σκάει, δεν είναι παρά
οι ανάσες των νεκρών όταν τους φέρνουμε στη μνήμη.
Ανάβουμε τότε ο καθείς μας ένα τσιγάρο και το αφήνουμε στο έδαφος να καίγεται∙
λίγο κρασί στο χώμα για κείνους που δεν θα ξανατσουγκρίσουμε μαζί τους.
«Η οργή κερδίζεται με πόνο» είπε ο Βαγγέλης
κι όπως κοιτούσαμε όλοι προς τη θάλασσα,
κύλησαν πάνω στη τζαμαρία του νου οι πρώτες ψιχάλες.
«Βρέχει –είπε η Χριστίνα- μ’ ακούς;
Βρέχει ασταμάτητα σ’ εκείνο το νησί πού ‘χε σημαδέψει στον Παράδεισο ο Ελύτης.
Βρέχει θαλασσινό νερό, μ’ ακούς;
Τ’ αλάτι νοστιμίζει την πληγή…»
Την άκουγα. Δεν απαντούσα. Η σιωπή παρέμενε η μόνη μου εξουσία.
Μέσα μου σκέφτηκα «είναι αργά στο κόσμο αυτό, μ’ ακούς;»
μα δε μίλησα.
Κι ούτε κανείς άλλος απ’ την ομήγυρη μίλησε.
Η Χριστίνα σηκώθηκε. Τράβηξε προς τα ‘κεί. Κάτι ψιθύρισε πηγαίνοντας.
Την έχασε το μάτι μας…
Κάποιος είπε: «πήρε ένα ψίχουλο θαλάσσης κι ανελήφτη…»
Πάνω απ’ την τάφρο του κόσμου τις νύχτες, καλπάζει μια ωχρή φεγγαράδα
κι ένας ήχος κύματος που ακούγεται να σκάει, δεν είναι παρά
οι ανάσες των νεκρών όταν τους φέρνουμε στη μνήμη.
Ανάβουμε τότε ο καθείς μας ένα τσιγάρο και το αφήνουμε στο έδαφος να καίγεται∙
λίγο κρασί στο χώμα για κείνους που δεν θα ξανατσουγκρίσουμε μαζί τους.
«Η οργή κερδίζεται με πόνο» είπε ο Βαγγέλης
κι όπως κοιτούσαμε όλοι προς τη θάλασσα,
κύλησαν πάνω στη τζαμαρία του νου οι πρώτες ψιχάλες.
«Βρέχει –είπε η Χριστίνα- μ’ ακούς;
Βρέχει ασταμάτητα σ’ εκείνο το νησί πού ‘χε σημαδέψει στον Παράδεισο ο Ελύτης.
Βρέχει θαλασσινό νερό, μ’ ακούς;
Τ’ αλάτι νοστιμίζει την πληγή…»
Την άκουγα. Δεν απαντούσα. Η σιωπή παρέμενε η μόνη μου εξουσία.
Μέσα μου σκέφτηκα «είναι αργά στο κόσμο αυτό, μ’ ακούς;»
μα δε μίλησα.
Κι ούτε κανείς άλλος απ’ την ομήγυρη μίλησε.
Η Χριστίνα σηκώθηκε. Τράβηξε προς τα ‘κεί. Κάτι ψιθύρισε πηγαίνοντας.
Την έχασε το μάτι μας…
Κάποιος είπε: «πήρε ένα ψίχουλο θαλάσσης κι ανελήφτη…»
19.3.09
ΠΡΟΣΟΧΗ ΠΡΟΣΟΧΗ!
Καταζητείται 29χρονος νεαρός (ύψος 1.70κάτι με πυκνό μούσι) ο οποίος εθεάθη το απόγευμα της 18ης Μαρτίου να διασχίζει το κέντρο της Ελευθερούπολης φορώντας ζακετάκι με κουκούλα, κανοντας χαβαλέ με τους γνωστούς που συναντούσε στο δρόμο λέγοντας: "Συλαμβάνομαι συλαμβάνομαι;"
Οι πληροφορίες που κάνουν λόγο για βροχερό καιρό εκρίθησαν αναληθείς.

Dead or alive...
Οι πληροφορίες που κάνουν λόγο για βροχερό καιρό εκρίθησαν αναληθείς.
Dead or alive...
18.3.09
Είναι γάτα ειναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα
Τό 'παιξα τρις (και για τα χρόνια που είχα να τ'ακούσω) στο μαγαζί σε μια γενικότερα μεθυσμένη μέρα.
"Είμ' έξω από το σύστημα γλυκιά μου πιτσιρίκα
Σε γουστάρω δίχως προίκα δίχως ένσημα και ΙΚΑ..."
17.3.09
Λαμπρά!
Ζωγραφιά η μέρα σήμερα,
έκανα και το παλικαράκι το πρωί,
τελικά η γκόμενα βγήκε σκάρτη.
Τι θα έβγαινε θα μου πεις;
Δεν θα αναφερθώ εκτενώς
δεν το επιτρέπει η οργή,
αλλά μιας και ο κόσμος είναι μια σταλιά
θα έρθει και η στήλη της,
κάποτε ...
Βάλε με νου σου λέει τώρα να κάνει
και ο Κατσαβός καμιά βρομοδουλειά.
Χαθήκαμε!!!
έκανα και το παλικαράκι το πρωί,
τελικά η γκόμενα βγήκε σκάρτη.
Τι θα έβγαινε θα μου πεις;
Δεν θα αναφερθώ εκτενώς
δεν το επιτρέπει η οργή,
αλλά μιας και ο κόσμος είναι μια σταλιά
θα έρθει και η στήλη της,
κάποτε ...
Βάλε με νου σου λέει τώρα να κάνει
και ο Κατσαβός καμιά βρομοδουλειά.
Χαθήκαμε!!!
16.3.09
Καθώς απόσωνε η νύχτα κι όσο κι άν είχαμε γυρέψει τρόπους, δεν βρήκαμε, η dj άπλωσε τόση μοναξιά γύρω απ' το μπαρ, που γίναμε όλοι πάντες και κανένας, με μάτια λάμποντα, σαν δυο μεγάλους πάγους -ώρα 4και μισή- που εξέχουν ελάχιστα πάνω απ' τη στάθμη του ου'ί'σκι στο ποτήρι. Πριν λίγο ένας φαλακρός τύπος της είχε δώσει μια κασετίνα-ανθολογία του Στράτου. Την πήρε στα χέρια της και χαμογέλασε. ''Έτσι καθιστή την κοιτάς;'' της είπε αστειευόμενος. Έπειτα το σκοτάδι της νύχτας έπεσε χάμω με σπασμούς κι όπως το truck της ΝΕΟΓΑΛ διένεμε στα απέναντι αρτοποιεία τα γάλατα, είδαμε πως είχαμε απομείνει μόνον όσοι νοσταλγήσαμε αυτό της μάνας μας.
''Εγώ ο ξένος που σ' αγάπησα πολύ... θα φύγω σαν ένας Θεός ξεθωριασμένος, ξένος για πάντα ξένος...''
Υπάρχει χώρος για την αλήθεια στον σύγχρονο κόσμο; με ρωτάει η φωνούλα της Σαλώμης.
-Φυσικά, της απαντάω.
-Και με τί το σημερινό θα την παρομοίαζες;
-Με την τρομοκρατία. Όχι σήμερα. Ανέκαθεν.
Κοιταζόμασταν ολόγυρα δίχως πιά καμιά διάθεση γιά φλέρτ, σαν άξαφνα ο ένας να σέβεται το παρελθόν του άλλου, δίχως να θέλει να παρέμβει στο παρόν του τη ώρα που αυτό μπλέκεται με τα περασμένα.
Πάνω στου ''κόσμου το περίγελο'', τα φώτα χαμήλωσαν, άνοιξε η πόρτα και μπήκε με υψωμένα και ανοιχτά τα χέρια ο από αιώνες παραδομένος εις μυστικήν ακολασία με λέξεις. Ακολουθείτο από δύο ρακένδυτους άνδρες, ένα άσπρο, μεγάλο σκυλί κι ένα τσούρμο -ξανθές, μελαχρινές, κοκκινομάλλες- μουνίτσες.
Ανέβηκε στην καρέκλα ξεδιπλώνοντας κάτι πρόχειρα, μαυρισμένα χαρτιά. Δεν σας γύρεψα πολύ, μας λέει. Τα στέκια των ανθρώπων που φοβούνται, φωσφορίζουν πάντα στην άκρη της νύχτας για να τρακαίρνουν πάνω τους τα ακυβέρνητα πλοία. Εμείς, εμείς,
-συνέχισε- εγώ...
*''οίμοι λοιδόρησα την ηρεμία και μ' αρέσει ο φόβος. Είμαι μόνον αυτός που έχει την τρελάρα του∙ τίποτ' άλλο. Αναβοσβήνει το χέρι μου όταν γράφω. Ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά την Παρουσία, φόβος και τρόμος είμαι στην Ψυχολογία. Σήμερα νιώθω, πληθαίνοντας την Κωμωδία. Πολλαπλασιαστής θεουργίας ειμί και χιονοθύελλα. Τελετουργώ στη σιωπή χωρίς άμφια. Τα μάτια μου μεταφράζουν ερήμωση κι ευτυχώς είμαι πάντα χαμένος∙ αλίμονο άν είχα διανύσει κέρδος. Σελήνη με διατρέχει αγαπητοί. Εαν υπάρχω, τα εννιά μου δέκατα είναι λυκόφως. Ολάκερη ζωή δυσκολεύομαι, μυθοκράτης και ανυπόφορος αγαπήθηκα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί εγώ δεν τα βλέπω τα αντικείμενα όπως είναι∙ τα οραματίζομαι. Βλέπω μια κόκκινη πετσέτα. Εγώ δεν πρόκειται να πω αυτή την πρόταση. Εγώ θα πω κάτι αστάθμητο∙ ίσως το αίμα του Θεανθρώπου από σταυρό να χύνεται. Πηγάζω από ηλιθιότητα, δυσφορώντας να είμαι έξυπνος. Στο χειρόγραφο φίλοι μου, έβαλα πριν λίγο φωτιά να ζεσταθώ κι έτσι κάηκε ολόκληρη γνωσιμαχία. Κάποια σελίδα όμως τυχαία ολίσθησε στις φλόγες και μισογλίτωσε. Κι απ' αυτήνε την καψαλισμένη σελίδα, ξεκλέβω τώρα λίγες άθλιες αλήθειες.''
Τέλειωσα. Την αγάπη σας, μας λέει, και άπλωσε τις άσπρες του φτερούγες να κατεβεί απ' την καρέκλα και να επανέλθει στον κόσμο (άν ήταν ποτέ ανάμεσά μας). Λαχανιασμένος καβάλησε τη ράχη του σκύλου παίρνοντας βαθιές ανάσες.
Οι πιτσιρίκες του κρατούσαν τρυφερά το χέρι. Παρήγγειλε ένα ούζο χωρίς πάγο. Έσκυψε το πρόσωπό του πάνω απ' τα μάτια του σκύλου και του είπε: ‘’Όσα κομμάτια κι άν μπορέσεις να ενώσεις, δεν θά σου φθάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις. Στα είπα όλα. -Και γυρνώντας σε μια απ' τις μικρές-: Φίλα με τώρα.’’ Στα ηχεία έμπαινε το σχετικό κομμάτι του Μάλαμα.
Δεν έκατσα πολύ ακόμη. Αποτελείωσα το ποτό μου και έφυγα έχοντας στ' αυτιά και στην πέτσα μου τη μουσική από ''του κόσμου το περίγελο''. Ίσως γιατί ανέκαθεν επιθυμούσα **''την ένταξή μου στους χρόνους τους μελλοντικούς ενός κόσμου που θα γελάσει κάποτε μαζί μου γιατί με συγκινούσαν ιδιαίτερα οι νεκροί, οι μουσικές και τα άστρα.'' Επιπλέον έτρεφα πάντα μια
κρυφή συμπάθεια προς τη γλυκιά αλαζονεία εκείνων που ξέρουν πως διεκδικούν και κερδίζουν την Ιστορία.
*πρόχειρο κολάζ από τον Ερυθρογράφο του Καρούζου.
**Μ. Χατζιδάκις (από τα σχόλια του Τρίτου)
ΥΓ:Το κείμενο έχει ξαναδημοσιευτεί.
ΥΓ2:Το δεύτερο βίντεο δεν ξέρω... έτσι. Ίσως επειδή ξέρω πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το blog περνάνε κάποια νέα παιδιά. Και τί είσαι εσύ θα μου πεις... Τίποτα. Αφήστε με να κάνω τα ψώνια μου.
14.3.09
Μελωδίες την ευτυχίας β'
Μετά τις τεσσάρες Τρίτη Σάββατο σε Ρεάλ και Μάντσεστερ, επιβάλλεται.
ΥΓ:Δε θα ξεχάσω ποτέ τέτοιες μέρες του 2007 τον επαναληπτικό με τη Μπαρτσελόνα, όταν οι Καταλανοί έψαχναν ένα γκολ στις καθυστερήσεις για να πάνε το ματς στην παράταση και τα κοντινά του σκηνοθέτη στην κερκίδα των φιλοξενουμένων στο Άνφιλντ, αντί για αγωνιώδη πρόσωπα, συνελάμβαναν αποσβολωμένους Καταλανούς να έχουν παρατήσει τις καθυστερήσεις στην τύχη τους και να τραβάνε φωτογραφίες και βίντεο το τραγούδι των Άγγλων.
...though your dreams be tossed and blown
walk on, walk on with hope in your heart
and you 'll never walk alone
13.3.09
Κάποτε οι μοναχικοί δρόμοι φωτίζονται κι ανατέλλουν όλοι οι δρόμοι.
Αν ξύσεις μ’ ένα μαχαίρι τη φλούδα του κορμιού σου, στάζουν αγγίγματα, παρελθόντα χάδια. Τι τα θες;
Ο σχοινοβάτης διασχίζει το θάνατό του πάνω σ’ ένα ποδήλατο. Κοιτά χαμηλά. Δε ζαλίζεται. Ο θάνατος δεν είναι απαραίτητα πτώση. Το ξέρεις.
Φταίει καμιά φορά που διαλέγεις το δύσκολο δρόμο. Γιατί ανέκαθεν υπήρχαν δυο ειδών δρόμοι: εκείνοι οι ήδη χαραγμένοι που ακολουθείς (και η αισθητική σου μπλέκεται στο traffic) και εκείνοι που τους χαράζεις ο ίδιος και σε ακολουθούν.
Κι απ’ τους ανθρώπους, εκείνοι που σ’ αγάπησαν, κατάλαβαν πριν ξεστομίσεις το παράπονό σου…

Η ελληνική επαρχία κοιμάται. Ξυπνάει τα σαββατοκύριακα και ξεσαλώνει σε στιλ πρωινάδικου της τηλεόρασης.
Η απούσα αισθητική της στιγμές στιγμές με πληγώνει, με προσβάλλει, με εξοργίζει. Αν η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της, «τα στριμώχνει με σημαδεμένη τράπουλα στο Θανάση» κατά την Γώγου, η επαρχία της είναι ένας απέραντος Κρόνος. Είναι άλλου είδους αγώνας εδώ.
Κι αντί για συλλογή φίλων στο facebook, προτιμώ μια συλλογή με καινούργια ποιήματα.
*"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."
**"...και κανένα αληθινό παιδί δεν ακούγεται σ' αυτή τη χώρα του αναποδογυρισμένου θανάτου."
*Γ. Χειμωνάς
**Τ. Σινόπουλος
Την υπέροχη αυτή ελληνική σημαία, επετύχαμε καθαρά Δευτέρα να κοσμεί το κτίριο της κοινότητας του χωριού Ακροπόταμος στην Καβάλα. Εύγε!
Αν ξύσεις μ’ ένα μαχαίρι τη φλούδα του κορμιού σου, στάζουν αγγίγματα, παρελθόντα χάδια. Τι τα θες;
Ο σχοινοβάτης διασχίζει το θάνατό του πάνω σ’ ένα ποδήλατο. Κοιτά χαμηλά. Δε ζαλίζεται. Ο θάνατος δεν είναι απαραίτητα πτώση. Το ξέρεις.
Φταίει καμιά φορά που διαλέγεις το δύσκολο δρόμο. Γιατί ανέκαθεν υπήρχαν δυο ειδών δρόμοι: εκείνοι οι ήδη χαραγμένοι που ακολουθείς (και η αισθητική σου μπλέκεται στο traffic) και εκείνοι που τους χαράζεις ο ίδιος και σε ακολουθούν.
Κι απ’ τους ανθρώπους, εκείνοι που σ’ αγάπησαν, κατάλαβαν πριν ξεστομίσεις το παράπονό σου…
Η ελληνική επαρχία κοιμάται. Ξυπνάει τα σαββατοκύριακα και ξεσαλώνει σε στιλ πρωινάδικου της τηλεόρασης.
Η απούσα αισθητική της στιγμές στιγμές με πληγώνει, με προσβάλλει, με εξοργίζει. Αν η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της, «τα στριμώχνει με σημαδεμένη τράπουλα στο Θανάση» κατά την Γώγου, η επαρχία της είναι ένας απέραντος Κρόνος. Είναι άλλου είδους αγώνας εδώ.
Κι αντί για συλλογή φίλων στο facebook, προτιμώ μια συλλογή με καινούργια ποιήματα.
*"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε,
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε."
**"...και κανένα αληθινό παιδί δεν ακούγεται σ' αυτή τη χώρα του αναποδογυρισμένου θανάτου."
*Γ. Χειμωνάς
**Τ. Σινόπουλος
Την υπέροχη αυτή ελληνική σημαία, επετύχαμε καθαρά Δευτέρα να κοσμεί το κτίριο της κοινότητας του χωριού Ακροπόταμος στην Καβάλα. Εύγε!
Αγαμημένε μου!
Προς : Αγαμημένο μου παρουσιαστή κεντρικού δελτίου ειδήσεων της τηλεόρασης!
Κείμενο:
Αγαμημένε μου,
δεν χόρταινα να σε βλέπω χθές,
δεν χόρταινα να σε ακούω,
γουστάρω που γεμίζεις κάθε μέρα
το σαλόνι μου με
αίμα,
απαισιοδοξία,
πολιτικές κατευθύνσεις,
κουτσομπολιά
και τόσα άλλα όμορφα!
ΑΛΛΑ!
Χθές ρε πουτάνας γιε το παράκανες!
Χθές ρε μπάσταρδε ακόμα και εγώ
ο πιο πιστός σου υπηρέτης,
το πιόνι σου,
δεν άντεξα.
Δέκα φορές μου έδειξες ένα
άτυχο παλικάρι που έπεσε απο ένα ελικόπτερο,
και ξανά
και ξανά
και ξανά
και " ... δείτε πως πέφτει ..."
και " ... δείτε πως σκάει ..."
και " ... δείτε τα μυαλά του
πως χύνονται στις πέτρες ..."
Δεν αισθάνεσαι την ανάγκη σήμερα
με πιο καθαρό μυαλό ,
να ζητήσεις συγνώμη;
Δεν ήταν αντικείμενο το παλικάρι,
είχε φίλους, οικογένεια, γνωστούς,
αισθήματα, ονοματεπώνυμο.
Δέκα φορές ρε αθεόφοβε;
Σε παρακαλώ ζήτα συγνώμη.
Κάνε το για εμένα,
το πιστό σου υπηρέτη.
Μια συγνώμη στο νεκρό.
Μία σε όσους σοκαρίστηκαν.
Μια σε όλους όσους δεν ήθελαν
να δουν πως ακριβώς άφησε την
τελευταία του πνοή ένας φίλος τους.
Αν το κάνεις, έχει καλώς!
Αν δεν το κάνεις
θα προσευχηθώ!
θα προσευχηθώ!
θα προσευχηθώ!
θα προσευχηθώ!
και θα ζητήσω απο τον καλό θεούλη
τα παιδιά σου να πεθάνουν με τον πιο
αποτρόπαιο τρόπο
(να τα πατήσει οδοστρωτήρας π.χ.)
και όταν γεράσεις και βγεις στην σύνταξη
και την αράξεις στην πολυθρόνα σου
όλα τα κανάλια του κόσμου να παίζουν
24 ώρες κάθε μέρα την
"τραγική στιγμή"
που ο οδοστρωτήρας πατάει τα παιδιά σου!
Να γεμίσουν οι δρόμοι με αφίσες,
"... τα πατημένα παιδιά και τα χυμένα μυαλά τους ..."
να τυπωθούν μπλουζάκια
με τις φωτογραφίες των παιδιών
πριν τον οδοστρωτήρα και μετά!
Και να μην μπορείς να κρυφτείς πουθενά
ούτε μέσα στο ίδιο σου στο σπίτι!
ΑΚΟΎΓΟΜΑΙ ΚΑΚΟΣ;
ΜΑ ΓΙΑΤΙ;
ΕΓΩ ΤΡΌΜΑΞΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΕΤΣΙ!
ΕΣΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ!!!!!!
Κλείσιμο : Ευελπιστώ οτι δεν θα χρειαστούν προσευχές!
Είμαι σίγουρος οτι σήμερα θα ζητήσεις συγνώμη!
Θα σ΄ αγαπώ πάντα
Συντάκτης : Ο πιστός σου υπηρέτης
Κείμενο:
Αγαμημένε μου,
δεν χόρταινα να σε βλέπω χθές,
δεν χόρταινα να σε ακούω,
γουστάρω που γεμίζεις κάθε μέρα
το σαλόνι μου με
αίμα,
απαισιοδοξία,
πολιτικές κατευθύνσεις,
κουτσομπολιά
και τόσα άλλα όμορφα!
ΑΛΛΑ!
Χθές ρε πουτάνας γιε το παράκανες!
Χθές ρε μπάσταρδε ακόμα και εγώ
ο πιο πιστός σου υπηρέτης,
το πιόνι σου,
δεν άντεξα.
Δέκα φορές μου έδειξες ένα
άτυχο παλικάρι που έπεσε απο ένα ελικόπτερο,
και ξανά
και ξανά
και ξανά
και " ... δείτε πως πέφτει ..."
και " ... δείτε πως σκάει ..."
και " ... δείτε τα μυαλά του
πως χύνονται στις πέτρες ..."
Δεν αισθάνεσαι την ανάγκη σήμερα
με πιο καθαρό μυαλό ,
να ζητήσεις συγνώμη;
Δεν ήταν αντικείμενο το παλικάρι,
είχε φίλους, οικογένεια, γνωστούς,
αισθήματα, ονοματεπώνυμο.
Δέκα φορές ρε αθεόφοβε;
Σε παρακαλώ ζήτα συγνώμη.
Κάνε το για εμένα,
το πιστό σου υπηρέτη.
Μια συγνώμη στο νεκρό.
Μία σε όσους σοκαρίστηκαν.
Μια σε όλους όσους δεν ήθελαν
να δουν πως ακριβώς άφησε την
τελευταία του πνοή ένας φίλος τους.
Αν το κάνεις, έχει καλώς!
Αν δεν το κάνεις
θα προσευχηθώ!
θα προσευχηθώ!
θα προσευχηθώ!
θα προσευχηθώ!
και θα ζητήσω απο τον καλό θεούλη
τα παιδιά σου να πεθάνουν με τον πιο
αποτρόπαιο τρόπο
(να τα πατήσει οδοστρωτήρας π.χ.)
και όταν γεράσεις και βγεις στην σύνταξη
και την αράξεις στην πολυθρόνα σου
όλα τα κανάλια του κόσμου να παίζουν
24 ώρες κάθε μέρα την
"τραγική στιγμή"
που ο οδοστρωτήρας πατάει τα παιδιά σου!
Να γεμίσουν οι δρόμοι με αφίσες,
"... τα πατημένα παιδιά και τα χυμένα μυαλά τους ..."
να τυπωθούν μπλουζάκια
με τις φωτογραφίες των παιδιών
πριν τον οδοστρωτήρα και μετά!
Και να μην μπορείς να κρυφτείς πουθενά
ούτε μέσα στο ίδιο σου στο σπίτι!
ΑΚΟΎΓΟΜΑΙ ΚΑΚΟΣ;
ΜΑ ΓΙΑΤΙ;
ΕΓΩ ΤΡΌΜΑΞΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΕΤΣΙ!
ΕΣΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ!!!!!!
Κλείσιμο : Ευελπιστώ οτι δεν θα χρειαστούν προσευχές!
Είμαι σίγουρος οτι σήμερα θα ζητήσεις συγνώμη!
Θα σ΄ αγαπώ πάντα
Συντάκτης : Ο πιστός σου υπηρέτης
12.3.09
*ΛΕΞΕΙΣ
«Σκυθρωπή περηφάνεια που είχαν
εκείνες οι λέξεις,
κρατώντας μέσα στον ήχο
ένα κόσμο άδειων σχημάτων.
Εσύ έλεγες ονομάζομαι ουρανός.
Εγώ έλεγα τίποτα.»
Ακούγονταν πυροβολισμοί
απ’ τον καιρό που κατά ριπάς
έφευγε
και χάμω, στο έδαφος, δυο μέτρα
πάνω απ’ το ύψος των νεκρών,
άδειοι κάλυκες – τα νοήματα του κόσμου.
Εσύ επέμενες: ονομάζομαι ουρανός.
Κι εγώ με τη σειρά μου: τίποτα.
Αγκαλιαστήκαμε κι αρχίσαμε
Να κατηφορίζουμε το χρόνο σιωπηλοί.
Έτσι κι αλλιώς το ίδιο και το αυτό λέγαμε.
*Απλή μετάφραση (δια της προσθετικής στίχων) του ποιήματος ΛΕΞΕΙΣ του Τάκη Σινόπουλου από τη συλλογή ΠΕΤΡΕΣ. Το πρωτότυπο κείμενο μέσα στα εισαγωγικά.
εκείνες οι λέξεις,
κρατώντας μέσα στον ήχο
ένα κόσμο άδειων σχημάτων.
Εσύ έλεγες ονομάζομαι ουρανός.
Εγώ έλεγα τίποτα.»
Ακούγονταν πυροβολισμοί
απ’ τον καιρό που κατά ριπάς
έφευγε
και χάμω, στο έδαφος, δυο μέτρα
πάνω απ’ το ύψος των νεκρών,
άδειοι κάλυκες – τα νοήματα του κόσμου.
Εσύ επέμενες: ονομάζομαι ουρανός.
Κι εγώ με τη σειρά μου: τίποτα.
Αγκαλιαστήκαμε κι αρχίσαμε
Να κατηφορίζουμε το χρόνο σιωπηλοί.
Έτσι κι αλλιώς το ίδιο και το αυτό λέγαμε.
*Απλή μετάφραση (δια της προσθετικής στίχων) του ποιήματος ΛΕΞΕΙΣ του Τάκη Σινόπουλου από τη συλλογή ΠΕΤΡΕΣ. Το πρωτότυπο κείμενο μέσα στα εισαγωγικά.
11.3.09
Λόγια του μπαρ ΙΙΙ
Ταν τΆαν ταταν...
Ταν τΆααν ταταν... (πρώτες νότες)
-Μπράαβο ρε...
-(Χαμόγελο)
Ταν τΆαν ταταν...
-Ωραία επιλογή.
-(Δεύτερο χαμόγελο)
Ταν τΆααν ταταν...
-(Πλησιάζει) "Ξέρεις, το να παίζεις εφτάλεπτα κομμάτια σήμερα σε μαγαζί είναι επανάσταση..."
Ταν τΆααν ταταν... (πρώτες νότες)
-Μπράαβο ρε...
-(Χαμόγελο)
Ταν τΆαν ταταν...
-Ωραία επιλογή.
-(Δεύτερο χαμόγελο)
Ταν τΆααν ταταν...
-(Πλησιάζει) "Ξέρεις, το να παίζεις εφτάλεπτα κομμάτια σήμερα σε μαγαζί είναι επανάσταση..."
Βίοι Ανώνυμων Αγίων β'
Τ’ όνομά μου είναι Ίαν. Το επίθετο δεν έχει καμιά σημασία. Εξάλλου έχασα τον πατέρα μου πολύ νωρίς και δεν μού ‘μεινε απ’ αυτόν τίποτ’ άλλο εκτός απ’ το επίθετό του.
Όταν αύριο θα ξαναγεννηθούν οι νεκροί, θαρρώ πως θά ‘ρθει να μου μιλήσει όμως πιά δεν θα θυμάμαι τη φωνή του… Ούτε τώρα την θυμάμαι.
Κι έχω πάψει από καιρό να απαντώ στην προσφώνηση «παιδί» ή «παιδί μου».
Φτάνει μόνο μια ριπή σκοταδιού για να ανατείλει μνήμη…
Μια σταγόνα λύπης για να συνειδητοποιήσουμε πως, τελικά, δεν είμαστε και τόσο τρωτοί.
Τ’ όνομά μου είναι Ίαν. Ή ίσως έτσι να αισθάνομαι πως λέγομαι τώρα που σας μιλώ.
Επίσης δεν έχει σημασία. Εξάλλου πάντα με απωθούσαν τα πάγια των ανθρώπων κι ίσως γι’ αυτό ποτέ δεν μπλέχτηκα με κάποια «επίσημη» ιδεολογία.
Στο κάτω κάτω, αύριο, μεθαύριο, ξεκινούν καινούργιες ζωές για τον καθένα μας
κι αλήθεια πόσους ανθρώπους δεν αφήσαμε πίσω; Χρόνια τώρα. Άνθρωποι που πιά υπάρχουν ως αριθμοί στην παλιά κάρτα του κινητού μας τηλεφώνου
ενώ κι αυτοί, με τη σειρά τους έχουν αλλάξει αριθμό. Συγνώμη, κάρτα.
Συγνώμη, ζωή ήθελα να πω.
Έτσι κι εγώ σε πέντε λεπτά θα σας αφήσω και θα μ’ αφήσετε κι εσείς.
Ας πούμε Ίαν λοιπόν, χάριν αυτού του μικρού μονολόγου.
…Τις νύχτες φυσώ με την τρομπέτα μου jazz νότες σε κάτι ελάχιστα μπαράκια.
Τα μάτια αστράφτουν από λήθη της στιγμής. Αργότερα από «CHIVAS δύο πάγους χαμηλό…»
Τη ζωή έχω αρχίσει να την γνωρίζω πιά εκ των συμφραζομένων, μιας κι είναι βέβαιο πως στις κυριότερες στιγμές μας δεν είμαστ’ εκεί. Ότι ζούμε είναι ο αντίκτυπος αυτού που ανεπαισθήτως έγινε και πάει.
Αρκεί όμως καμιά φορά ένα στιγμιαίο βλέμμα στο χρώμα του έσω ουρανού για να καταλάβεις.
Για να νιώσεις θα πρέπει να περιμένεις.
Το συναίσθημα δεν είναι θέμα εμπειρίας.
…Προχθές φτιάχνοντας μόνος μου κάτι φανταστικούς διαλόγους που, όπως πάντα, δεν θα εκτυλιχθούν ποτέ, είδα το φεγγάρι –ώρα 3 τα χαράματα- να φοράει τραγιάσκα.
«Θα παραμείνεις αλήτης» σκέφτηκα
κι άρχισα να κλωτσάω όπως κατέβαινα το δρόμο, ένα άδειο τενεκεδένιο κουτί
κάνοντας κωλοδάχτυλο στην απόλυτο σιγή της νύχτας.
Τ’ όνομά μου είναι Ίαν. Κι ομολογώ: καμιά φορά αισθάνομαι ένοχος για αδικήματα
που συνήθως διαπράττουν οι άλλοι. Αποτέλεσμα αυτού – να με τραβολογά τρεις και λίγο το παρόν μου
στα τμήματα του παρελθόντος για εξακρίβωση στοιχείων. Του δίνω κάτι ακατανόητα για την εποχή στοιχεία
και πιά δεν πολυσκοτίζομαι για το αν γίνομαι πιστευτός. Όποιος κατάλαβε κατάλαβε.
Τ’ όνομά μου είναι Ίαν. Τις νύχτες φυσώ με την τρομπέτα μου jazz νότες σε κάτι ελάχιστα μπαράκια. Κι αν διακόπτω εδώ τούτο τον μονόλογο, δεν είναι που δε έχω κι άλλα να σας πω. Είναι που γουστάρω μια φορά να επιβληθώ εγώ αυτού του κερατά του χρόνου. See you next life…
Όταν αύριο θα ξαναγεννηθούν οι νεκροί, θαρρώ πως θά ‘ρθει να μου μιλήσει όμως πιά δεν θα θυμάμαι τη φωνή του… Ούτε τώρα την θυμάμαι.
Κι έχω πάψει από καιρό να απαντώ στην προσφώνηση «παιδί» ή «παιδί μου».
Φτάνει μόνο μια ριπή σκοταδιού για να ανατείλει μνήμη…
Μια σταγόνα λύπης για να συνειδητοποιήσουμε πως, τελικά, δεν είμαστε και τόσο τρωτοί.
Τ’ όνομά μου είναι Ίαν. Ή ίσως έτσι να αισθάνομαι πως λέγομαι τώρα που σας μιλώ.
Επίσης δεν έχει σημασία. Εξάλλου πάντα με απωθούσαν τα πάγια των ανθρώπων κι ίσως γι’ αυτό ποτέ δεν μπλέχτηκα με κάποια «επίσημη» ιδεολογία.
Στο κάτω κάτω, αύριο, μεθαύριο, ξεκινούν καινούργιες ζωές για τον καθένα μας
κι αλήθεια πόσους ανθρώπους δεν αφήσαμε πίσω; Χρόνια τώρα. Άνθρωποι που πιά υπάρχουν ως αριθμοί στην παλιά κάρτα του κινητού μας τηλεφώνου
ενώ κι αυτοί, με τη σειρά τους έχουν αλλάξει αριθμό. Συγνώμη, κάρτα.
Συγνώμη, ζωή ήθελα να πω.
Έτσι κι εγώ σε πέντε λεπτά θα σας αφήσω και θα μ’ αφήσετε κι εσείς.
Ας πούμε Ίαν λοιπόν, χάριν αυτού του μικρού μονολόγου.
…Τις νύχτες φυσώ με την τρομπέτα μου jazz νότες σε κάτι ελάχιστα μπαράκια.
Τα μάτια αστράφτουν από λήθη της στιγμής. Αργότερα από «CHIVAS δύο πάγους χαμηλό…»
Τη ζωή έχω αρχίσει να την γνωρίζω πιά εκ των συμφραζομένων, μιας κι είναι βέβαιο πως στις κυριότερες στιγμές μας δεν είμαστ’ εκεί. Ότι ζούμε είναι ο αντίκτυπος αυτού που ανεπαισθήτως έγινε και πάει.
Αρκεί όμως καμιά φορά ένα στιγμιαίο βλέμμα στο χρώμα του έσω ουρανού για να καταλάβεις.
Για να νιώσεις θα πρέπει να περιμένεις.
Το συναίσθημα δεν είναι θέμα εμπειρίας.
…Προχθές φτιάχνοντας μόνος μου κάτι φανταστικούς διαλόγους που, όπως πάντα, δεν θα εκτυλιχθούν ποτέ, είδα το φεγγάρι –ώρα 3 τα χαράματα- να φοράει τραγιάσκα.
«Θα παραμείνεις αλήτης» σκέφτηκα
κι άρχισα να κλωτσάω όπως κατέβαινα το δρόμο, ένα άδειο τενεκεδένιο κουτί
κάνοντας κωλοδάχτυλο στην απόλυτο σιγή της νύχτας.
Τ’ όνομά μου είναι Ίαν. Κι ομολογώ: καμιά φορά αισθάνομαι ένοχος για αδικήματα
που συνήθως διαπράττουν οι άλλοι. Αποτέλεσμα αυτού – να με τραβολογά τρεις και λίγο το παρόν μου
στα τμήματα του παρελθόντος για εξακρίβωση στοιχείων. Του δίνω κάτι ακατανόητα για την εποχή στοιχεία
και πιά δεν πολυσκοτίζομαι για το αν γίνομαι πιστευτός. Όποιος κατάλαβε κατάλαβε.
Τ’ όνομά μου είναι Ίαν. Τις νύχτες φυσώ με την τρομπέτα μου jazz νότες σε κάτι ελάχιστα μπαράκια. Κι αν διακόπτω εδώ τούτο τον μονόλογο, δεν είναι που δε έχω κι άλλα να σας πω. Είναι που γουστάρω μια φορά να επιβληθώ εγώ αυτού του κερατά του χρόνου. See you next life…
7.3.09
Εμένα με ηρεμεί αυτός ο άνθρωπος.
Η νέα διαφήμιση της NOVA.
-*-
Και για όσους δεν τον ξέρουν ...
Με ηρεμεί!!!!
-*-
Και για όσους δεν τον ξέρουν ...
Με ηρεμεί!!!!
6.3.09
Και τώρα φίλοι μου είν' αργά
Η ζωή ρυμοτομείται σε τετράγωνα λογικής από τους κανόνες συμπεριφοράς.
Κι ο θάνατος... ο θάνατος πάντα στο κόκκινο. Τα μαύρα είναι για τους lifestyle του undergroumd. Για κείνους που τον θάνατο τον γνώρισαν ξώφαλτσα και στο τσιγκέλι του πιάστκε η μπλούζα τους, όχι το δέρμα.
Κι ο θάνατος... ο θάνατος πάντα στο κόκκινο. Τα μαύρα είναι για τους lifestyle του undergroumd. Για κείνους που τον θάνατο τον γνώρισαν ξώφαλτσα και στο τσιγκέλι του πιάστκε η μπλούζα τους, όχι το δέρμα.
Οι ήρωές μου έχουν πεθάνει. Σε μια τουαλέτα με γραμμένα συνθήματα, σ' ένα τυχαίο κρεβάτι, ξαπλωμένοι πρόχειρα με τα ρούχα σε κάποιο μπαουλοντίβανο. Έχουν πεθάνει. Έξω ένα φεγγάρι ανατριχιάζει την πλάση κι αισθάνεσαι τόσο ελάχιστος σαν μόλις να εκπλήρωσες ένα μεγάλο σου όνειρο και παρ' όλα αυτά, η ζωή συνεχίζεται.
Βγαίνω στο πάλκο της λύπης μου και τραγουδώ "Ένα τραγούδι πες μου ακόμα". Τα παλιά πρόσωπα κάνουν πως δε με θυμούνται. Κοιταζόμαστε. Τα βλέμματα δεν ψεύδονται ποτέ. Προσπαθώ να προλάβω τα στόματα που πάντα κρατάνε τους τύπους. Πριν ακούσω: "τί κάνεις εσύ, καλά είσαι; πώς τα περνάς;" τραγουδώ ακόμη δυνατότερα "και βάψ΄ τον ήλιο με μαύρο χρώμα"
Άλλοτε διασχίζω κάθετα ένα ανθισμένο κήπο και συλλογιέμαι τους δρόμους απ΄ τους οποίους δεν πέρασα στη ζωή μου. Ξάφνου ένα τρένο ανοίγει ταχύτητα πάνω σε ράγιες από τριαντάφυλα κι αφήνει πίσω, μαδώντας τα, ένα άρωμα από νοσταλγία. Αρχίζω να θυμάμαι: μαύρα χέρια, ματωμένοι αγκώνες, ματωμένα γόνατα. Φέτα ψωμί με ζάχαρη στο χέρι κι απ΄ το πρωί στους δρόμους. Σ΄τό χω ξαναπεί - σαν τσιγγανάκι του Κουστουρίτσα. Δε θα στο ξαναπώ: "ένα τραγούδι πες μου ακόμα και κάν΄τα όλα λάσπη και χώμα"...
Βγαίνω στο πάλκο της λύπης μου και τραγουδώ "Ένα τραγούδι πες μου ακόμα". Τα παλιά πρόσωπα κάνουν πως δε με θυμούνται. Κοιταζόμαστε. Τα βλέμματα δεν ψεύδονται ποτέ. Προσπαθώ να προλάβω τα στόματα που πάντα κρατάνε τους τύπους. Πριν ακούσω: "τί κάνεις εσύ, καλά είσαι; πώς τα περνάς;" τραγουδώ ακόμη δυνατότερα "και βάψ΄ τον ήλιο με μαύρο χρώμα"
Άλλοτε διασχίζω κάθετα ένα ανθισμένο κήπο και συλλογιέμαι τους δρόμους απ΄ τους οποίους δεν πέρασα στη ζωή μου. Ξάφνου ένα τρένο ανοίγει ταχύτητα πάνω σε ράγιες από τριαντάφυλα κι αφήνει πίσω, μαδώντας τα, ένα άρωμα από νοσταλγία. Αρχίζω να θυμάμαι: μαύρα χέρια, ματωμένοι αγκώνες, ματωμένα γόνατα. Φέτα ψωμί με ζάχαρη στο χέρι κι απ΄ το πρωί στους δρόμους. Σ΄τό χω ξαναπεί - σαν τσιγγανάκι του Κουστουρίτσα. Δε θα στο ξαναπώ: "ένα τραγούδι πες μου ακόμα και κάν΄τα όλα λάσπη και χώμα"...
5.3.09
Απο τότε ...
Ώρα 3:22 του Μάρτη. Πώς περνάει η ώρα ε; Καμιά δεκαπενταριά άτομα στο μαγαζί σήμερα (σε διάφορες συνθέσεις). Άν κέρδιζε ο ΠΑΟΚ περισσότερα αλλά δεν πειράζει. Εξάλλου σε όλους τους τομείς, διατελλούμε έν υπομονή. Υπομονή. Μεγάλη αρετή. Το λέει και το Ευαγγέλιο.
Σκέφτομαι:
Καμιά φορά βλέπεις την παρακμή σου απέναντι στον άλλο, ωστόσο την αφήνεις να σε παρασέρνει. Την προκαλείς ενίοτε. Καθότι γνωσιμαχία, ίσως, η ζωή. Ή μια μάπα.
Άλλη φορά πάλι,
ότι είναι το κατά πόσον έκανες τα ψώνια σου.
-Are you talking to me?
-Σου πω εγώ τί ειν' η ζωή ρε..................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................Ώρα 4:00 του Μάρτη. Πώς περνάει ο πούστης ο καιρός ε;
Σκέφτομαι:
Καμιά φορά βλέπεις την παρακμή σου απέναντι στον άλλο, ωστόσο την αφήνεις να σε παρασέρνει. Την προκαλείς ενίοτε. Καθότι γνωσιμαχία, ίσως, η ζωή. Ή μια μάπα.
Άλλη φορά πάλι,
ότι είναι το κατά πόσον έκανες τα ψώνια σου.
-Are you talking to me?
-Σου πω εγώ τί ειν' η ζωή ρε..................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................Ώρα 4:00 του Μάρτη. Πώς περνάει ο πούστης ο καιρός ε;
3.3.09
Σε κείνον που τιμά
σε κείνους που γεμίζουν τα κενά του σατανά
στην ύπαρξή σας
Στον φονιά που δεν μπορεί
ν' αντέξει την επόμενη στιγμή
και κρίνει αλλιώς από την κρίση
τη δική σας
Σ' αυτόν που κυνηγά το θάνατο χωρίς ιδανικά
γιατί μονάχα κυνηγώντας τον αισθάνεται πως ζει
και νιώθει ακόμη
Στους αντάρτες στα βουνά
που οι νόμοι σας δεν τους ανήκουν πια
και το πεδίο των μαχών τους
έγινε η πόλη
Στους αθώους που σκοτώνουν από πάθος
οι ιδέες ξαφνικά γίνονται αλήθεια
κι αν οι ιδέες μετατραπούν, έγινε λάθος
Υποκριθείτε στους αθώους από πάθος
Οχι άλλα είδωλα στα επικίνδυνα παιχνίδια
¯.........................................-
Σιδηρόπουλος-ΥΠΟΚΡΙΘΕΙΤΕ
Τα σχόλια (ίσως κάποια άλλη στιγμή) τα τρώει η έλλειψη χρόνου.
Αλλά "υποκριθείτε στο φονιά που δε μπορεί ν αντέξει την επόμενη στιγμή..." γαμάει.
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΛΟΧΑΓΟ ΜΑΡΚ! Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ.
σε κείνους που γεμίζουν τα κενά του σατανά
στην ύπαρξή σας
Στον φονιά που δεν μπορεί
ν' αντέξει την επόμενη στιγμή
και κρίνει αλλιώς από την κρίση
τη δική σας
Σ' αυτόν που κυνηγά το θάνατο χωρίς ιδανικά
γιατί μονάχα κυνηγώντας τον αισθάνεται πως ζει
και νιώθει ακόμη
Στους αντάρτες στα βουνά
που οι νόμοι σας δεν τους ανήκουν πια
και το πεδίο των μαχών τους
έγινε η πόλη
Στους αθώους που σκοτώνουν από πάθος
οι ιδέες ξαφνικά γίνονται αλήθεια
κι αν οι ιδέες μετατραπούν, έγινε λάθος
Υποκριθείτε στους αθώους από πάθος
Οχι άλλα είδωλα στα επικίνδυνα παιχνίδια
¯.........................................-
Σιδηρόπουλος-ΥΠΟΚΡΙΘΕΙΤΕ
Τα σχόλια (ίσως κάποια άλλη στιγμή) τα τρώει η έλλειψη χρόνου.
Αλλά "υποκριθείτε στο φονιά που δε μπορεί ν αντέξει την επόμενη στιγμή..." γαμάει.
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΛΟΧΑΓΟ ΜΑΡΚ! Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ.
Κατάρα! Οι Άγγλοι ...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)



