Πάρε λόγια, πάνε στο παζάρι
Πριν ξεκινήσει να σου πει αυτό που ήθελε να πει, ήθελε να προλάβει και την σκέψη σου πάνω σ’ αυτό που θα σού ΄λεγε: «Εσύ τώρα μόλις ακούσεις αυτό που θα σου πω, θα σκεφτείς αυτό ή εκείνο…» Σ’ έβγαζε, βέβαια, και πάντα λάθος πριν καν προλάβεις να σκεφτείς οτιδήποτε και, κυρίως, πριν καν σου πει αυτό που ήθελε. Όταν δεν έχω τα νεύρα μου και είμαι ενδοτικός σε κουβεντολόι του τύπου ’’πάρε λόγια, πάνε στο παζάρι’’, απολαμβάνω τέτοιου είδους συζητήσεις με τους ανασφαλείς του λόγου διοτί απλούστατα δεν βγάζουν πουθενά. Κι από ένα ολόκληρο βράδι με 60€ λογαριασμό σε μπύρες, σου μένουν, την επομένη, μονάχα κάτι καλές ατάκες που εμείς πού ‘χουμε το συνήθειο να γράφουμε, τις αξιοποιούμε καταλλήλως.
Timing
Μου διηγιόταν ένα περιστατικό και κατέληξε: «…Είναι κι αυτό κάποια πλευρά μιας αλήθειας που δεν υπάρχει, μιας και οτιδήποτε υπάρχει, είναι αλήθεια. Μέγα λάθος το οτί υποβαθμίζουμε τον πληθυντικό αριθμό της λέξης αλήθεια. Συμφωνείς ή διαφωνείς;»
-«Συμφωνώ» του λέω. (Συνήθως συμφωνώ όποτε βαριέμαι.)
…Αργότερα, με καλύτερη όρεξη, ξανασκέφτηκα αυτό που μου είπε και λέω ’’ας το συζητήσω μαζί του να δω τι ακριβώς εννοούσε.’’ Πάω λοιπόν μπροστά στον καθρέφτη και του λέω: «Διαφωνώ!»
Δίχως να με κοιτάξει στο πρόσωπο ανασήκωσε τους ώμους σε στιλ: ’’χέστηκα.’’ (Συνήθως το κάνει αυτό όποτε βαριέται.)
Γι’ αυτό σου λέω χρυσό μου – τα πάντα στη ζωή είναι θέμα timing.
21.12.07
19.12.07
Μυοχαλαρωτικά του απογεύματος
1.Χάνομαι γιατί ρεμβάζω
Αναζητώντας συνεχώς να εκφραστείς, δεν αναζητάς τον εαυτό σου. Αναζητώντας συνεχώς να εκφραστείς σημαίνει πως δεν εφησυχάζεις ή δεν βολεύεσαι σε κανένα εαυτό. Δεν ξέρω αν κάθε φορά που επιχειρείς να εκφραστείς, αφήνεις πίσω σου ή βάζεις στην καβάντζα ολόκληρο ή κάποια κομμάτια του προηγούμενου εαυτού σου κι αν την κάθε επόμενη φορά συμβαίνει το ίδιο -με όλο και περισσότερους εαυτούς πιά στην πλάτη-.
Ασφαλώς στο παιχνίδι υπάρχουν και οι επιστροφές, τα «πισωγυρίσματα» (και να με συμπαθάτε κορίτσα που χρησιμοποιώ τέτοιες εκφράσεις –δεν εννοώ, βεβαίως, τα πισωγυρίσματα εις την σεξουαλικήν∙ αυτά ομοίως σας γλυκαίνουν. Για κείνο το μόνιμο ‘’κοιτάω μπροστά’’ ομιλώ.) Επομένως το να πεις «γράφω, παίζω, τραγουδάω, ζωγραφίζω, κάνω-ράνω, για να ανακαλύψω τον εαυτό μου» θεωρώ πως είναι μια άθλια χαζομάρα.
2.Dialogues
Πιάνω στο ραδιόφωνο Εντίθ Πιάφ και μού ‘ρχεται πάλι στο μυαλό ο εξαίσιος διάλογος-τι κι αν τον ξανάγραψα:
«Βγάλε με πάλι στην σκηνή. Αν δεν με βγάλεις τώρα δεν πρόκειται να πιστέψω ποτέ ξανά σ’ εμένα.»
-«Εντίθ, παίζεις με την ζωή σου.»
-«Όλοι με κάτι παίζουμε.»

3.Οι μάνες του λόχου κι οι πουτάνες του λόγου (ΜΟΝΟΣ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ ΔΙΚΙΟ ΣΟΥ ΕΡΓΑΤΗ/κι άμα τό ξερες μπορεί και να κουνιόταν κάτι)
Έχοντας εδώ και λίγες μέρες βγεί από το μοναχικό πόστο που είχα στην δουλειά, έχω και πάλι την τύχη να συναναστρέφομαι κάθε πρωί και επί δεκαώρου με την αγαπημένη μου τάξη των εργατών. Μια τάξη στην οποία καίτοι ανήκω διά έβδομον συναπτόν έτος, δεν μπορώ να μην διακρίνω την αθλιότητα και το ρουφιανιλίκι που την διέπει. Μια τάξη στην οποία οι 8 στους 10 θα σε πλευρίσουν για να σε προειδοποιήσουν οτί οι υπόλοιποι 8 (εκτός από σένα και τον καλοθελητή) είναι ρουφιάνοι και το ίδιο θα κάνουν με τον καιρό και οι υπόλοιποι 8 (εξαιρουμένου πάντα εσού του προειδοποιούμενου και του, ανά την περίπτωση, προειδοποιητή.) Κι όποιος μου αρχίσει τις παλικαριές για την συγκεκριμένη τάξη, δεν ξέρει πού παν τα τέσσερα. Βεβαίως οι ίδιοι άνθρωποι που πισώπλατα ο ένας τρώει τον άλλο, την ίδια στιγμή δουλεύουν μαζί κάτω από άθλιες συνθήκες, τρώνε, πίνουν, γελάνε λες και δεν τρέχει τίποτα και περνούν για χρόνια το ήμισυ της ημέρας τους στον ίδιο χώρο. Ευτυχώς μ’ αρέσει περισσότερο να γελάω και να χαβαλεδιάζω παρά να ξερνάω. Υπάρχουν βεβαίως και οι ιδεολόγοι οι οποίοι πετούν στον αέρα κάτι έξοχα συνθήματα του παρελθόντος γεμίζοντάς μας με αράχνες τα μυαλά. Αυτοί αρνούνται να καταλάβουν πως εργάτης είσαι και στον τρόπο που θα σε κοιτάξει ή θα σε αποφύγει μια γυναίκα ή η οικογένειά της. Αρνούνται να καταλάβουν πως εργάτης είσαι και στον τρόπο που θα σε αντιμετωπίσουν οι Αρχές σε μια οποιαδήποτε προσωπική σου υπόθεση. Αρνούνται να καταλάβουν πως εργάτης είσαι σε χίλιες δυο εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής κι έχουν κολλήσει σε κάτι μίζερες διεκδικήσεις 35ώρων κλπ. κλπ. Oh, God!! Εκτάκτως σήμερα για την παγωνιά, τις πανσέτες και τα ούζα του διαλείμματος:
Ξερω νεκρους που 'χουν τα ματια ανοιχτα
και που χτυπαει κανονικα μεσα η καρδια τους
πανε στη δουλεια χτυπανε καρτα στις εφτα
στο μισθολογιο υπαρχει το ονομα τους
αλλα εχουν φυγει μυστικα και σιωπηλα
και εχουν χωρισει απ'το κοσμο τα δικα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους
Ξερω νεκρους που μες τους δρομους περπατουν
κοιτουν βιτρινες παζαρευουν και ψωννιζουν
κανουνε πασχα και τα εθιμα κρατουν
πληρωνουν φορους και στις εκλογες ψηφιζουν
αλλα εχουν φυγει μυστικα και σιοπηλα
και εχουν χωρισει απτο κοσμο τα δικα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους...
Καζαντζίδης
Αναζητώντας συνεχώς να εκφραστείς, δεν αναζητάς τον εαυτό σου. Αναζητώντας συνεχώς να εκφραστείς σημαίνει πως δεν εφησυχάζεις ή δεν βολεύεσαι σε κανένα εαυτό. Δεν ξέρω αν κάθε φορά που επιχειρείς να εκφραστείς, αφήνεις πίσω σου ή βάζεις στην καβάντζα ολόκληρο ή κάποια κομμάτια του προηγούμενου εαυτού σου κι αν την κάθε επόμενη φορά συμβαίνει το ίδιο -με όλο και περισσότερους εαυτούς πιά στην πλάτη-.
Ασφαλώς στο παιχνίδι υπάρχουν και οι επιστροφές, τα «πισωγυρίσματα» (και να με συμπαθάτε κορίτσα που χρησιμοποιώ τέτοιες εκφράσεις –δεν εννοώ, βεβαίως, τα πισωγυρίσματα εις την σεξουαλικήν∙ αυτά ομοίως σας γλυκαίνουν. Για κείνο το μόνιμο ‘’κοιτάω μπροστά’’ ομιλώ.) Επομένως το να πεις «γράφω, παίζω, τραγουδάω, ζωγραφίζω, κάνω-ράνω, για να ανακαλύψω τον εαυτό μου» θεωρώ πως είναι μια άθλια χαζομάρα.
2.Dialogues
Πιάνω στο ραδιόφωνο Εντίθ Πιάφ και μού ‘ρχεται πάλι στο μυαλό ο εξαίσιος διάλογος-τι κι αν τον ξανάγραψα:
«Βγάλε με πάλι στην σκηνή. Αν δεν με βγάλεις τώρα δεν πρόκειται να πιστέψω ποτέ ξανά σ’ εμένα.»
-«Εντίθ, παίζεις με την ζωή σου.»
-«Όλοι με κάτι παίζουμε.»
3.Οι μάνες του λόχου κι οι πουτάνες του λόγου (ΜΟΝΟΣ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ ΔΙΚΙΟ ΣΟΥ ΕΡΓΑΤΗ/κι άμα τό ξερες μπορεί και να κουνιόταν κάτι)
Έχοντας εδώ και λίγες μέρες βγεί από το μοναχικό πόστο που είχα στην δουλειά, έχω και πάλι την τύχη να συναναστρέφομαι κάθε πρωί και επί δεκαώρου με την αγαπημένη μου τάξη των εργατών. Μια τάξη στην οποία καίτοι ανήκω διά έβδομον συναπτόν έτος, δεν μπορώ να μην διακρίνω την αθλιότητα και το ρουφιανιλίκι που την διέπει. Μια τάξη στην οποία οι 8 στους 10 θα σε πλευρίσουν για να σε προειδοποιήσουν οτί οι υπόλοιποι 8 (εκτός από σένα και τον καλοθελητή) είναι ρουφιάνοι και το ίδιο θα κάνουν με τον καιρό και οι υπόλοιποι 8 (εξαιρουμένου πάντα εσού του προειδοποιούμενου και του, ανά την περίπτωση, προειδοποιητή.) Κι όποιος μου αρχίσει τις παλικαριές για την συγκεκριμένη τάξη, δεν ξέρει πού παν τα τέσσερα. Βεβαίως οι ίδιοι άνθρωποι που πισώπλατα ο ένας τρώει τον άλλο, την ίδια στιγμή δουλεύουν μαζί κάτω από άθλιες συνθήκες, τρώνε, πίνουν, γελάνε λες και δεν τρέχει τίποτα και περνούν για χρόνια το ήμισυ της ημέρας τους στον ίδιο χώρο. Ευτυχώς μ’ αρέσει περισσότερο να γελάω και να χαβαλεδιάζω παρά να ξερνάω. Υπάρχουν βεβαίως και οι ιδεολόγοι οι οποίοι πετούν στον αέρα κάτι έξοχα συνθήματα του παρελθόντος γεμίζοντάς μας με αράχνες τα μυαλά. Αυτοί αρνούνται να καταλάβουν πως εργάτης είσαι και στον τρόπο που θα σε κοιτάξει ή θα σε αποφύγει μια γυναίκα ή η οικογένειά της. Αρνούνται να καταλάβουν πως εργάτης είσαι και στον τρόπο που θα σε αντιμετωπίσουν οι Αρχές σε μια οποιαδήποτε προσωπική σου υπόθεση. Αρνούνται να καταλάβουν πως εργάτης είσαι σε χίλιες δυο εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής κι έχουν κολλήσει σε κάτι μίζερες διεκδικήσεις 35ώρων κλπ. κλπ. Oh, God!! Εκτάκτως σήμερα για την παγωνιά, τις πανσέτες και τα ούζα του διαλείμματος:
Ξερω νεκρους που 'χουν τα ματια ανοιχτα
και που χτυπαει κανονικα μεσα η καρδια τους
πανε στη δουλεια χτυπανε καρτα στις εφτα
στο μισθολογιο υπαρχει το ονομα τους
αλλα εχουν φυγει μυστικα και σιωπηλα
και εχουν χωρισει απ'το κοσμο τα δικα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους
Ξερω νεκρους που μες τους δρομους περπατουν
κοιτουν βιτρινες παζαρευουν και ψωννιζουν
κανουνε πασχα και τα εθιμα κρατουν
πληρωνουν φορους και στις εκλογες ψηφιζουν
αλλα εχουν φυγει μυστικα και σιοπηλα
και εχουν χωρισει απτο κοσμο τα δικα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους
γιατι οι ανθρωποι πεθαινουν τελικα
τη μερα που πεθαινουνε τα ονειρα τους...
Καζαντζίδης
17.12.07
Ένα αγόρι που το έλεγαν Γουάντα
There's no guaranteed light
-Oh, everybody told me the same
-Which direction is the right?
-I can only see the flame
Ήξερα ένα αγόρι που το έλεγαν Γουάντα. Αγορένιο αγόρι πού λεγε κι εκείνη η αλλοπρόσαλη κοντοκουρεμένη. Αγόρι νέας εποχής. Τις νύχτες, σε μια αυλή, καθισμένο μέσα σ'ένα κύκλο από αναμένα φαναράκια, μαδούσε τα SMS του: "she loves me - she does not... she loves me - she does not... she loves me - she does not..." Ύστερα σηκωνόταν και χανόταν απ' το πλάνο, μέσα σ'εκείνη την αμφιβολία που, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, αλλάζει σιγουριές στον έρωτα ...she loves me - it's sure, she does not - it's sure. Κι έμεναν μόνο εκείνα τα φαναράκια να παλέύουν να κρατηθούν μέσα στον χειμωνιάτικο αέρα.Και το αγόρι που το έλεγαν Γουάντα χανόταν δίχως ν' αφήνει πίσω του ίχνη στο χιόνι. Απόμενε μια υποψία γης απάτητης πάνω και κάτω απ' το απέραντο λευκό - σαν χνουδάκι κοριτσίστικο στην κοιλιά, και λίγο παρακάτω, που ακόμη δεν πρωτοπαραδόθηκε στην αφή...
Ήξερα ένα αγόρι που το έλεγαν Γουάντα. Δεν ήξερα κανένα αγόρι που το έλεγαν Γουάντα. Ξέρω μόνο χίλια αγόρια και κορίτσια που τις νύχτες μαδούν τα SMS τους... "Μ'αγαπάει, δεν μ'αγαπάει."
Και μια τελευταία γνώση πως 15, 20, 35, 50, στον έρωτα εισέρχεσαι πάντα καινούργιος. Πάσης φύσεως αριθμοί αδυνατούν... Οι εμπειρίες σβήνονται αμά τη επιλογεί του πρώτου "γειά" και τα καπετανιλίκια θα πρέπει να περιμένουν τις φουρτούνες.
Αυτά. Λίγο γρήγορα. Χωρίς άλλη σκέψη.
15.12.07
Χειμερινές ανησυχίες για πνεύματα ασθενή.
Χιονίζει απ’ τα ψε –που θα λεγε κι ο παππούς-. Μια σύγχυση στο μυαλό που δεν επιρέπει να συγκεντρωθείς σε τίποτα. Μόνο κοιτάς το χιόνι με μάτι αειπάρθενο. Κασκόλ, σκουφάκια, και δερμάτινα γάντια. «Χάλια ο χειμώνας -σου λέει ο άλλος-. Προσπαθείς να ζεσταθείς και δεν μπορείς.» Πού να του εξηγήσεις την γλύκα του να προσπαθείς κάτι που δεν σου προσφέρεται; «Τάση για σιγουράντζα και επιμελώς κεκαλυμμένη ανασφάλεια που παραπέμπει σε κλασικό θηλυκό μυαλό» σκέφτομαι. Κι ύστερα πάλι: «δεν μπορείς να πάρεις όρκο για τίποτα.» Εξάλλου η τελεία (και μορφολογικά να το δεις) αποτελεί μέρος του ερωτηματικού. Από περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζλίκι, μού ρχεται στο μυαλό ο στίχος από την Εκδίκηση της Γυφτιάς.
Καθώς το χιόνι καβαλάει στέγες και κλαδιά, μου είναι σχεδόν αδύνατο να διαβάσω «Το Οικουμενικό Βυζαντινό Κράτος και η εμφάνιση του Ισλάμ.» Α πα πα πα πα, με τέτοιο νωχελικό καιρό. Επιστημονικές εργασίες από Δευτέρα. Αντ’ αυτών θα συνεχίσω μια ιστορία που ξεκίνησα να γράφω. Το ρεζουμέ της είναι (μην πάτε να μου την κλέψετε, την έχω κατοχυρώσει με αποζημίωση ύψους 7,7 εκ. € ) πως βρισκόμαστε κάπου στο μέλλον, στο κατώφλι του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου και τα πυρηνικά οπλοστάσια των ηγετών δεν θα αφήσουν ανθρώπινη ψυχή πάνω στον πλανήτη Γη-Γη. Όμως ο καλός και ανέκαθεν αγαπησιάρης Θεούλης, δεν θα μας αφήσει έτσι. Θα αναθέσει στον ήρωα της ιστορίας μας να συνεχίσει την πορεία του ανθρώπινου είδους πάνω στον πλανήτη. Άγγελος Κυρίου θα οδηγήσει τον Εκλεκτό σε ασφαλές μέρος οπού εκεί θα συναντήσει την Εκλεκτή με την οποία θα επιχειρήσουν να δώσουν συνέχεια στο ανθρώπινο γένος. Όμως για κακή του τύχη ο ήρωάς μας θα βρεθεί πρό μιας ιδιαιτέρως ευτραφούς και άσχημης γυναίκας με την οποία αρνείται πεισματικά να ζευγαρώσει θέτοντας σε κίνδυνο την συνέχεια του είδους. Έχει χιούμορ ο Θεός; Έχουν χιούμορ οι άνθρωποι; Μια σπουδή γύρω από θέματα εξωτερικής εμφάνισης στον έρωτα, τη ώρα, μάλιστα, που παίζεται η τύχη του γένους μας. Μια επική υπερπαραγωγή κλπ. κλπ. Η συνέχεια επί της οθόνης. Και τώρα που είπα «οθόνη», να διευκρινίσω επί ενός μεγάλου φιλοσοφικού ζητήματος της εποχής μας οτί είναι άλλο το «ασχολούμαι με υπολογιστές» και άλλο το «ασχολούμαι με τον υπολογιστή μου.» (Τυχαία η σειρά.)
Have a nice weekend…
Χιονίζει απ’ τα ψε –που θα λεγε κι ο παππούς-. Μια σύγχυση στο μυαλό που δεν επιρέπει να συγκεντρωθείς σε τίποτα. Μόνο κοιτάς το χιόνι με μάτι αειπάρθενο. Κασκόλ, σκουφάκια, και δερμάτινα γάντια. «Χάλια ο χειμώνας -σου λέει ο άλλος-. Προσπαθείς να ζεσταθείς και δεν μπορείς.» Πού να του εξηγήσεις την γλύκα του να προσπαθείς κάτι που δεν σου προσφέρεται; «Τάση για σιγουράντζα και επιμελώς κεκαλυμμένη ανασφάλεια που παραπέμπει σε κλασικό θηλυκό μυαλό» σκέφτομαι. Κι ύστερα πάλι: «δεν μπορείς να πάρεις όρκο για τίποτα.» Εξάλλου η τελεία (και μορφολογικά να το δεις) αποτελεί μέρος του ερωτηματικού. Από περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζλίκι, μού ρχεται στο μυαλό ο στίχος από την Εκδίκηση της Γυφτιάς.
Καθώς το χιόνι καβαλάει στέγες και κλαδιά, μου είναι σχεδόν αδύνατο να διαβάσω «Το Οικουμενικό Βυζαντινό Κράτος και η εμφάνιση του Ισλάμ.» Α πα πα πα πα, με τέτοιο νωχελικό καιρό. Επιστημονικές εργασίες από Δευτέρα. Αντ’ αυτών θα συνεχίσω μια ιστορία που ξεκίνησα να γράφω. Το ρεζουμέ της είναι (μην πάτε να μου την κλέψετε, την έχω κατοχυρώσει με αποζημίωση ύψους 7,7 εκ. € ) πως βρισκόμαστε κάπου στο μέλλον, στο κατώφλι του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου και τα πυρηνικά οπλοστάσια των ηγετών δεν θα αφήσουν ανθρώπινη ψυχή πάνω στον πλανήτη Γη-Γη. Όμως ο καλός και ανέκαθεν αγαπησιάρης Θεούλης, δεν θα μας αφήσει έτσι. Θα αναθέσει στον ήρωα της ιστορίας μας να συνεχίσει την πορεία του ανθρώπινου είδους πάνω στον πλανήτη. Άγγελος Κυρίου θα οδηγήσει τον Εκλεκτό σε ασφαλές μέρος οπού εκεί θα συναντήσει την Εκλεκτή με την οποία θα επιχειρήσουν να δώσουν συνέχεια στο ανθρώπινο γένος. Όμως για κακή του τύχη ο ήρωάς μας θα βρεθεί πρό μιας ιδιαιτέρως ευτραφούς και άσχημης γυναίκας με την οποία αρνείται πεισματικά να ζευγαρώσει θέτοντας σε κίνδυνο την συνέχεια του είδους. Έχει χιούμορ ο Θεός; Έχουν χιούμορ οι άνθρωποι; Μια σπουδή γύρω από θέματα εξωτερικής εμφάνισης στον έρωτα, τη ώρα, μάλιστα, που παίζεται η τύχη του γένους μας. Μια επική υπερπαραγωγή κλπ. κλπ. Η συνέχεια επί της οθόνης. Και τώρα που είπα «οθόνη», να διευκρινίσω επί ενός μεγάλου φιλοσοφικού ζητήματος της εποχής μας οτί είναι άλλο το «ασχολούμαι με υπολογιστές» και άλλο το «ασχολούμαι με τον υπολογιστή μου.» (Τυχαία η σειρά.)
Have a nice weekend…
13.12.07
Μεσημέρι Πέμπτης. 13 Δεκεμβρίου. Πλατεία Ναυαρίνου. Δίχως τους αναρχικούς της – όπως κάθε κρύα μέρα του χειμώνα. Ο καιρός δεν λογαριάζει από Ιδέες και λοιπές ανοησίες. Όταν παίρνει τα ηνία, παίρνει τα ηνία. Κατά την άνοιξη πάλι, η Πλατεία θα πλημμυρίσει τρίχες, τρύπες, fly, Martin’s, Starάκια και αμπέχωνα.
Στο καφέ που την άραξα, πλάι μου τρεις περιποιημένες γιαγιάδες συζητούν πώς θα μπορούσε να είχε αναμορφωθεί η Πλατεία (για την περίοδο των Χριστουγέννων) στα πρότυπα κάποιας πλατείας των Βρυξελλών που ανέφεραν. Out of reality τα πουρά. Θα πήραν –σκέφτομαι- τα χάπια τους τα πρωινά και ονειρεύονται Βρυξέλλες στο κέντρο της Σαλονίκης. «Τσάμπα μαστούρα, ωραίο πράμα…»
Καθώς διαβάζω ένα απόσπασμα από την τελευταία συνέντευξη της Μαίρυλιν (όπου περισσότερο η άποψη του δημοσιογράφου πάνω στα λόγια της προκρίνεται, παρά τα λόγια της) η σερβιτόρα μου λέει: «Γειά σας, τι θα πάρετε;» -«Μόνος μου είμαι» πήγα να πω αλλά μου φάνηκε ηλίθιο ακόμη και για εξυπνάδα… Ολοένα και περισσότερο αρχίζουν να μου μιλούν στο πληθυντικό. Η ηλικία μου στις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ…
Κοιτάζω το απέναντι βιβλιοπωλείο. Πιστό στο πνεύμα της Πλατείας, στα ράφια του κυριαρχούν Γώγου, Άσιμος, Αγγελάκας, Ν. Βαλαωρίτης, Καστοριάδης, Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ και πολλές βιογραφίες. Κάποτε είχα βραδιάσει εκεί μέσα. Πήγα, τέλος, με μια αγκαλιά βιβλία στο ταμείο κι όταν είδα πως δεν έβγαινα, τα αράδιασα στο γραφείο και άρχισα το μοντάζ: «αυτό ναι, αυτό όχι, αυτό ναι… ή μάλλον όχι, εκείνο ναι, το άλλο όχι…» Η πωλήτρια με κοίταζε σαν αναμμένη μηχανή αυτοκινήτου κι εκεί δεν άντεξα, την είπα την εξυπνάδα μου: «Τι να κάνω… δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ‘χεις επιλογές.» Μαλάκωσε, σαν επιστροφή με ερωτικό πλάνο μετά τις διαφημίσεις…
Σηκώνομαι και φέρνω μια γύρα τις κάθετες. Μπαράκια γεμάτα αναμνήσεις. «Ζεστά ποτά» και «Έντεχνα» της πρώτης νιότης μας. Τσάρκες και ζεστά κρεβάτια που μας έκαναν να ξινίζουμε τα γαμήσια στο αυτοκίνητο. Γωνιές της πόλης οπού τα Μ της μνήμης και του μέλλοντος παίζουν άγριο ξύλο…………………………………………………………………………… Ευτυχώς μάθαμε με τον καιρό να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας. Με τον καιρό… Κι ας μας μιλάνε στον πληθυντικό. Τι να κάνουμε;
Άνευ σημασίας. Την είδα ημερολόγιο σήμερα.
11.12.07
Από τα ναρκωτικά του Χατζηνικολάου, στα μουχλιασμένα DEPON του Τριανταφυλλόπουλου. Κι από τα μπαγιάτικα κέικ του Ευαγγελάτου στο «Ένα ποντίκι στη σούπα μου» του Αρκά. (Ειδικότερα ο δεύτερος χθες βράδι, αμά τη πτώσει του video ωρύετο: «Δείτε, γιατί αυτή η χώρα δεν χρειάζεται κανέναν Καραμανλή και κανέναν Παπανδρέου για να καθαρίσει.» Κάτω απ’ το δασύτριχο κεφάλι του φαντάζομαι πως σκεφτόταν: «ένας Τριανταφυλλόπουλος σας χρειάζεται όλους.»)
Οι δημοσιογράφοι λοιπόν καθημερινά νομίζουν πως ανακαλύπτουν, για πάρτη μας, μια Αμερική που δεν ξέρουμε. Φτάσαμε σε μια εποχή οπού τίποτα δεν μας εκπλήσσει κι αυτοί προσπαθούν να προκαλέσουν σάλο με τους ανασφάλιστους Ινδούς του Μαγγίνα. Ουάου! Οι ανασφάλιστοι Ινδοί του Μαγγίνα – ο οποίος ως Τσιτουρίδης της νέας εκλογής στοχοποιείται για συνεχή ατοπήματα σ’ ένα παιχνίδι (εδώ και καιρό πιά) εντυπώσεων που από βδομάδα, όσον αφορά το δημόσιο του χαρακτήρα του, θα ξεχαστεί και το γνωρίζουν όλοι.
Η «δημοφιλής» δημοσιογραφία εδώ και χρόνια ξεσκεπάζει πρόσωπα και συστήματα που παλαιότερα ίσως περνούσαν στο απυρόβλητο∙ ωστόσο το οτί η χώρα δεν κουνάει ρούπι, θα πρεπε να της αποδεικνύει κάτι. Αλλά και γιατί να την προβληματίσει θα μου πείτε, εφόσον υπάρχει η κονόμα και η «συμπαράσταση» των ευυπόληπτων πολιτών οι οποίοι… τι άλλο να κάνουν καθημερινή βράδι… αράζουν στον καναπέ και παρακολουθούν «ζούγκλες, μούγκλες και λοιπές αποκαλύψεις.»
Είχε ένα εξαίρετο αεράκι χθες βράδι και τα ουίσκι κατέβαιναν ζάχαρη. Στ’ αρx…α μου.
Φωτο: η tv της γιάφκας του Jeff
10.12.07
ΣΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Τώρα το πώς μπλέχτηκε σ’ αυτό το παιχνίδι
με τη λογοτεχνία είναι μια παλιά, αστεία ιστορία.
Απλά ακολούθησε τις συμβουλές των μεγαλυτέρων του
που του ‘λεγαν:
«Πήγαινε αγόρι μου να μάθεις καμιά τέχνη
να μην πεινάσεις αύριο-μεθαύριο».
Έκτοτε μπλέκει συνεχώς τον Ο.Α.Ε.Δ. με την ποίηση.
Χα. Για την Μαριάννα που τα θυμήθηκε και μου τα θύμισε απογευματιάτικα.
με τη λογοτεχνία είναι μια παλιά, αστεία ιστορία.
Απλά ακολούθησε τις συμβουλές των μεγαλυτέρων του
που του ‘λεγαν:
«Πήγαινε αγόρι μου να μάθεις καμιά τέχνη
να μην πεινάσεις αύριο-μεθαύριο».
Έκτοτε μπλέκει συνεχώς τον Ο.Α.Ε.Δ. με την ποίηση.
Χα. Για την Μαριάννα που τα θυμήθηκε και μου τα θύμισε απογευματιάτικα.
9.12.07

Σύμφωνοι, να μπω στη θέση τους. Ηλίθια φάση η ανασφάλεια γύρω απ' την δουλειά σου. Κι άντε σύμφωνοι να μη μείνει κανένας στον δρόμο (και δεν θα μείνει γιατί το κράτος οπισθοχωρεί μόνο εκεί που μια απεργία μπορεί να το ξετινάξει.) Όμως, όπως σχολίασε και ο εξ αριστερών, τί γίνεται με κείνα τα εργοστάσια που κλείνουν ή καθημερινά συρρικνώνονται στην Δράμα, στη Νάουσα, στην Καβάλα (πάρε τις περισσότερες επαρχιακές πόλεις)Εκείνοι οι εργαζόμενοι, εκείνες οι οικογένειες να μην αποκατασταθούν; Τί γίνεται με τα άλλα που τα μαζεύουν και την πουλεύουν για Σκόπια, Βουλγαρίες κλπ.; Σ'εκείνα δεν δούλευε κόσμος ρε καργιόληδες των τηλεοράσεων και των ραδιοφώνων που σας πιάνουν οι κοινωνικές σας ευαισθησίες με τους ΟΤΕδες και τις Ολυμπιακές; Σ' εκείνους κανά επιδοματάκι τον πρώτο καιρό έτσι να την περάσουν κι ύστερα πάλι άσ' τους στην μιζέρια τους ε; Ρε δεν έχεις δικαίωμα να ζεις άν δεν είσαι δημόσιος σ΄ αυτό τον τόπο. Σκατά στα μούτρα της Ελλάδας σας. Άντε, Χριστουγεννιάτικα.
Και μ' αρέσει που λέμε καμιά φορά "δυο μέτρα γης μας ανήκουν". Για τράβα ρώτα στον δήμο πόσο πάει να νοικιάσεις αυτά τα δύο μέτρα γης οπού θα ταφείς. Άσε άν θέλεις να τα αγοράσεις... Δεν σου ανήκει τίποτα for free ρεεεεεε... Άχαχαχαχαχαχαχα Αααααααχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα
8.12.07
7.12.07
ΣΥΝΑΠΑΝΤΩΝΤΑΣ
Μέσα στα μπαρ που αυτοκτονούνε οι θαμώνες
Μέσα στην πιό καλή μας μουσική
Στους σκοτεινούς της νιότης μας χειμώνες
Μέσα στα έγκατα της Γης
Μέσα στα έγκατα της Γης
Μέσα στα έγκατα της Γης...
Καθώς απόσωνε η νύχτα κι όσο κι άν είχαμε γυρέψει τρόπους, δεν βρήκαμε, η dj άπλωσε τόση μοναξιά γύρω απ' το μπαρ, που γίναμε όλοι πάντες και κανένας, με μάτια λάμποντα, σαν δυο μεγάλους πάγους -ώρα 4και μισή- που εξέχουν ελάχιστα πάνω απ' τη στάθμη του ου'ί'σκι στο ποτήρι. Πριν λίγο ένας φαλακρός τύπος της είχε δώσει μια κασετίνα-ανθολογία του Στράτου. Την πήρε στα χέρια της και χαμογέλασε. ''Έτσι καθιστή την κοιτάς;'' της είπε αστειευόμενος. Έπειτα το σκοτάδι της νύχτας έπεσε χάμω με σπασμούς κι όπως το truck της ΝΕΟΓΑΛ διένεμε στα απέναντι αρτοποιεία τα γάλατα, είδαμε πως είχαμε απομείνει μόνον όσοι νοσταλγήσαμε αυτό της μάνας μας. ''Εγώ ο ξένος που σ' αγάπησα πολύ... θα φύγω σαν ένας Θεός ξεθωριασμένος, ξένος για πάντα ξένος...''
Υπάρχει χώρος για την αλήθεια στον σύγχρονο κόσμο; με ρωτάει η φωνούλα της Σαλώμης. -Φυσικά, της απαντάω. -Και με τί το σημερινό θα την παρομοίαζες; -Με την τρομοκρατία. Όχι σήμερα. Ανέκαθεν.
Κοιταζόμασταν ολόγυρα δίχως πιά καμιά διάθεση γιά φλέρτ, σαν άξαφνα ο ένας να σέβεται το παρελθόν του άλλου, δίχως να θέλει να παρέμβει στο παρόν του τη ώρα που αυτό μπλέκεται με τα περασμένα. Πάνω στου ''κόσμου το περίγελο'', τα φώτα χαμήλωσαν, άνοιξε η πόρτα και μπήκε με υψωμένα και ανοιχτά τα χέρια ο από αιώνες παραδομένος εις μυστικήν ακολασία με λέξεις. Ακολουθείτο από δύο ρακένδυτους άνδρες, ένα άσπρο, μεγάλο σκυλί κι ένα τσούρμο -ξανθές, μελαχρινές, κοκκινομάλλες- μουνίτσες. Ανέβηκε στην καρέκλα ξεδιπλώνοντας κάτι πρόχειρα, μαυρισμένα χαρτιά. Δεν σας γύρεψα πολύ, μας λέει. Τα στέκια των ανθρώπων που φοβούνται, φωσφορίζουν πάντα στην άκρη της νύχτας για να τρακαίρνουν πάνω τους τα ακυβέρνητα πλοία. Εμείς, εμείς, -συνέχισε- εγώ... *''οίμοι λοιδόρησα την ηρεμία και μ' αρέσει ο φόβος. Είμαι μόνον αυτός που έχει την τρελάρα του∙ τίποτ' άλλο. Αναβοσβήνει το χέρι μου όταν γράφω. Ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά την Παρουσία, φόβος και τρόμος είμαι στην Ψυχολογία. Σήμερα νιώθω, πληθαίνοντας την Κωμωδία. Πολλαπλασιαστής θεουργίας ειμί και χιονοθύελλα. Τελετουργώ στη σιωπή χωρίς άμφια. Τα μάτια μου μεταφράζουν ερήμωση κι ευτυχώς είμαι πάντα χαμένος∙ αλίμονο άν είχα διανύσει κέρδος. Σελήνη με διατρέχει αγαπητοί. Εαν υπάρχω, τα εννιά μου δέκατα είναι λυκόφως. Ολάκερη ζωή δυσκολεύομαι, μυθοκράτης και ανυπόφορος αγαπήθηκα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί εγώ δεν τα βλέπω τα αντικείμενα όπως είναι∙ τα οραματίζομαι. Βλέπω μια κόκκινη πετσέτα. Εγώ δεν πρόκειται να πω αυτή την πρόταση. Εγώ θα πω κάτι αστάθμητο∙ ίσως το αίμα του Θεανθρώπου από σταυρό να χύνεται. Πηγάζω από ηλιθιότητα, δυσφορώντας να είμαι έξυπνος. Στο χειρόγραφο φίλοι μου, έβαλα πριν λίγο φωτιά να ζεσταθώ κι έτσι κάηκε ολόκληρη γνωσιμαχία. Κάποια σελίδα όμως τυχαία ολίσθησε στις φλόγες και μισογλίτωσε. Κι απ' αυτήνε την καψαλισμένη σελίδα, ξεκλέβω τώρα λίγες άθλιες αλήθειες.''
Τέλειωσα. Την αγάπη σας, μας λέει, και άπλωσε τις άσπρες του φτερούγες να κατεβεί απ' την καρέκλα και να επανέλθει στον κόσμο (άν ήταν ποτέ ανάμεσά μας). Λαχανιασμένος καβάλησε τη ράχη του σκύλου παίρνοντας βαθιές ανάσες.
Οι πιτσιρίκες του κρατούσαν τρυφερά το χέρι. Παρήγγειλε ένα ούζο χωρίς πάγο. Έσκυψε το πρόσωπό του πάνω απ' τα μάτια του σκύλου και του είπε: ‘’Όσα κομμάτια κι άν μπορέσεις να ενώσεις, δεν θά σου φθάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις. Στα είπα όλα. -Και γυρνώντας σε μια απ' τις μικρές-: Φίλα με τώρα.’’ Στα ηχεία έμπαινε το σχετικό κομμάτι του Μάλαμα.
Δεν έκατσα πολύ ακόμη. Αποτελείωσα το ποτό μου και έφυγα έχοντας στ' αυτιά και στην πέτσα μου τη μουσική από ''του κόσμου το περίγελο''. Ίσως γιατί ανέκαθεν επιθυμούσα **''την ένταξή μου στους χρόνους τους μελλοντικούς ενός κόσμου που θα γελάσει κάποτε μαζί μου γιατί με συγκινούσαν ιδιαίτερα οι νεκροί, οι μουσικές και τα άστρα.'' Επιπλέον έτρεφα πάντα μια κρυφή συμπάθεια προς τη γλυκιά αλαζονεία εκείνων που ξέρουν πως διεκδικούν και κερδίζουν την Ιστορία.
*προχειρο κολάζ απο ποιήματα του Καρούζου
**Μάνος Χατζιδάκις - απο τα σχόλια του Τρίτου
Μέσα στην πιό καλή μας μουσική
Στους σκοτεινούς της νιότης μας χειμώνες
Μέσα στα έγκατα της Γης
Μέσα στα έγκατα της Γης
Μέσα στα έγκατα της Γης...
Καθώς απόσωνε η νύχτα κι όσο κι άν είχαμε γυρέψει τρόπους, δεν βρήκαμε, η dj άπλωσε τόση μοναξιά γύρω απ' το μπαρ, που γίναμε όλοι πάντες και κανένας, με μάτια λάμποντα, σαν δυο μεγάλους πάγους -ώρα 4και μισή- που εξέχουν ελάχιστα πάνω απ' τη στάθμη του ου'ί'σκι στο ποτήρι. Πριν λίγο ένας φαλακρός τύπος της είχε δώσει μια κασετίνα-ανθολογία του Στράτου. Την πήρε στα χέρια της και χαμογέλασε. ''Έτσι καθιστή την κοιτάς;'' της είπε αστειευόμενος. Έπειτα το σκοτάδι της νύχτας έπεσε χάμω με σπασμούς κι όπως το truck της ΝΕΟΓΑΛ διένεμε στα απέναντι αρτοποιεία τα γάλατα, είδαμε πως είχαμε απομείνει μόνον όσοι νοσταλγήσαμε αυτό της μάνας μας. ''Εγώ ο ξένος που σ' αγάπησα πολύ... θα φύγω σαν ένας Θεός ξεθωριασμένος, ξένος για πάντα ξένος...''
Υπάρχει χώρος για την αλήθεια στον σύγχρονο κόσμο; με ρωτάει η φωνούλα της Σαλώμης. -Φυσικά, της απαντάω. -Και με τί το σημερινό θα την παρομοίαζες; -Με την τρομοκρατία. Όχι σήμερα. Ανέκαθεν.
Κοιταζόμασταν ολόγυρα δίχως πιά καμιά διάθεση γιά φλέρτ, σαν άξαφνα ο ένας να σέβεται το παρελθόν του άλλου, δίχως να θέλει να παρέμβει στο παρόν του τη ώρα που αυτό μπλέκεται με τα περασμένα. Πάνω στου ''κόσμου το περίγελο'', τα φώτα χαμήλωσαν, άνοιξε η πόρτα και μπήκε με υψωμένα και ανοιχτά τα χέρια ο από αιώνες παραδομένος εις μυστικήν ακολασία με λέξεις. Ακολουθείτο από δύο ρακένδυτους άνδρες, ένα άσπρο, μεγάλο σκυλί κι ένα τσούρμο -ξανθές, μελαχρινές, κοκκινομάλλες- μουνίτσες. Ανέβηκε στην καρέκλα ξεδιπλώνοντας κάτι πρόχειρα, μαυρισμένα χαρτιά. Δεν σας γύρεψα πολύ, μας λέει. Τα στέκια των ανθρώπων που φοβούνται, φωσφορίζουν πάντα στην άκρη της νύχτας για να τρακαίρνουν πάνω τους τα ακυβέρνητα πλοία. Εμείς, εμείς, -συνέχισε- εγώ... *''οίμοι λοιδόρησα την ηρεμία και μ' αρέσει ο φόβος. Είμαι μόνον αυτός που έχει την τρελάρα του∙ τίποτ' άλλο. Αναβοσβήνει το χέρι μου όταν γράφω. Ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά την Παρουσία, φόβος και τρόμος είμαι στην Ψυχολογία. Σήμερα νιώθω, πληθαίνοντας την Κωμωδία. Πολλαπλασιαστής θεουργίας ειμί και χιονοθύελλα. Τελετουργώ στη σιωπή χωρίς άμφια. Τα μάτια μου μεταφράζουν ερήμωση κι ευτυχώς είμαι πάντα χαμένος∙ αλίμονο άν είχα διανύσει κέρδος. Σελήνη με διατρέχει αγαπητοί. Εαν υπάρχω, τα εννιά μου δέκατα είναι λυκόφως. Ολάκερη ζωή δυσκολεύομαι, μυθοκράτης και ανυπόφορος αγαπήθηκα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί εγώ δεν τα βλέπω τα αντικείμενα όπως είναι∙ τα οραματίζομαι. Βλέπω μια κόκκινη πετσέτα. Εγώ δεν πρόκειται να πω αυτή την πρόταση. Εγώ θα πω κάτι αστάθμητο∙ ίσως το αίμα του Θεανθρώπου από σταυρό να χύνεται. Πηγάζω από ηλιθιότητα, δυσφορώντας να είμαι έξυπνος. Στο χειρόγραφο φίλοι μου, έβαλα πριν λίγο φωτιά να ζεσταθώ κι έτσι κάηκε ολόκληρη γνωσιμαχία. Κάποια σελίδα όμως τυχαία ολίσθησε στις φλόγες και μισογλίτωσε. Κι απ' αυτήνε την καψαλισμένη σελίδα, ξεκλέβω τώρα λίγες άθλιες αλήθειες.''
Τέλειωσα. Την αγάπη σας, μας λέει, και άπλωσε τις άσπρες του φτερούγες να κατεβεί απ' την καρέκλα και να επανέλθει στον κόσμο (άν ήταν ποτέ ανάμεσά μας). Λαχανιασμένος καβάλησε τη ράχη του σκύλου παίρνοντας βαθιές ανάσες.
Οι πιτσιρίκες του κρατούσαν τρυφερά το χέρι. Παρήγγειλε ένα ούζο χωρίς πάγο. Έσκυψε το πρόσωπό του πάνω απ' τα μάτια του σκύλου και του είπε: ‘’Όσα κομμάτια κι άν μπορέσεις να ενώσεις, δεν θά σου φθάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις. Στα είπα όλα. -Και γυρνώντας σε μια απ' τις μικρές-: Φίλα με τώρα.’’ Στα ηχεία έμπαινε το σχετικό κομμάτι του Μάλαμα.
Δεν έκατσα πολύ ακόμη. Αποτελείωσα το ποτό μου και έφυγα έχοντας στ' αυτιά και στην πέτσα μου τη μουσική από ''του κόσμου το περίγελο''. Ίσως γιατί ανέκαθεν επιθυμούσα **''την ένταξή μου στους χρόνους τους μελλοντικούς ενός κόσμου που θα γελάσει κάποτε μαζί μου γιατί με συγκινούσαν ιδιαίτερα οι νεκροί, οι μουσικές και τα άστρα.'' Επιπλέον έτρεφα πάντα μια κρυφή συμπάθεια προς τη γλυκιά αλαζονεία εκείνων που ξέρουν πως διεκδικούν και κερδίζουν την Ιστορία.
*προχειρο κολάζ απο ποιήματα του Καρούζου
**Μάνος Χατζιδάκις - απο τα σχόλια του Τρίτου
Αριστερό μου παρελθόν πάρ' το χαμπάρι/το Κοινοβούλιο μυρίζει φράντς τσαγκάρη/είναι γραμμένο στου Διογένη το πιθάρι/ΕΞΩ ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΠ' ΤΟΝ ΑΡΗ

Η φωτο από χουντικό περιοδικό εποχής που έπεσε στα χέρια μας. Η γνώση αλλά και η διαίσθησή μου (sic) λένε οτί στην επαρχία οι νοσταλγοί είναι άφθονοι. Ωστόσο δεν μπορείς να κρίνεις κανένα. Κι αν θέσουμε γενικότερα κοινωνικά (κυρίως) πολιτικά και πολιτιστικά θέματα και Επαρχία, τα αποτελέσματα μάλλον δεν τιμούν την «δημοκρατία» μας και την… «ισονομία» της.
Γύφτοι δημοκράτες, αν δεν υπήρχαν οι βασιλείς, ο βασιλικός κήπος θα είχε γίνει πολυκατοικίες λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου ο Τζιμάκος. Άδικό; Δεν νομίζω. Απλά τα μάθαμε όλα μέσα από καλούπια και η επανεξέταση κάποιων όρων μάλλον δεν βολεί τους θεωρητικώς παντογνώστες και πρακτικώς κοπτοράπτες θεματοφύλακες της δημοκρατίας μας.
Η φωτο από χουντικό περιοδικό εποχής που έπεσε στα χέρια μας. Η γνώση αλλά και η διαίσθησή μου (sic) λένε οτί στην επαρχία οι νοσταλγοί είναι άφθονοι. Ωστόσο δεν μπορείς να κρίνεις κανένα. Κι αν θέσουμε γενικότερα κοινωνικά (κυρίως) πολιτικά και πολιτιστικά θέματα και Επαρχία, τα αποτελέσματα μάλλον δεν τιμούν την «δημοκρατία» μας και την… «ισονομία» της.
Γύφτοι δημοκράτες, αν δεν υπήρχαν οι βασιλείς, ο βασιλικός κήπος θα είχε γίνει πολυκατοικίες λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου ο Τζιμάκος. Άδικό; Δεν νομίζω. Απλά τα μάθαμε όλα μέσα από καλούπια και η επανεξέταση κάποιων όρων μάλλον δεν βολεί τους θεωρητικώς παντογνώστες και πρακτικώς κοπτοράπτες θεματοφύλακες της δημοκρατίας μας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)