4.3.12

v.
Άγνωστος μεταξύ απόντων γύριζε μες στον παράδεισο˙ ο μόνος κουρελής απ’ τους καιρούς της μνήμης˙ κι εκεί που όλοι εγλέντααν εκείνος θαρρείς πως έπαιζε τό ‘να μικρό κλεφτόπουλο στην αγκαλιά του θάνατου.
Ώσπου ένα βράδι, τί βράδι δηλαδή – χαράματα και κάτι, εγύρισε τον κόσμο ανάποδα όπως γυρνάς έναν άνθρωπο για να του πέσουν απ’ τις τσέπες τα ψιλά, κι άρχισαν να χύνονται στα πόδια του οι αμαρτίες των κατεχόντων τη Γη της Επαγγελίας και ανομήματα μυριάδων αγγέλων. Τα πήρε στα χέρια του, τα περιεργάστηκε σαν να ‘θελε να στραγγίξει από την αμαρτία τις προθέσεις και να τις αφήσει αμφότερες έκθετες, ξεμπροστιασμένες μπροστά στο αδυσώπητο φως των ταπεινών, ίνα πληρωθή το ρηθέν: οι πρώτοι έσονται έσχατοι.

vi.
Χαμογέλασε τότες με νόημα σαν ν’ αντιλήφτηκε άξαφνα πως αυτό που οι άνθρωποι είπαν Θεό δεν κατοίκησε ποτές του Παράδεισο έξω απ’ τα λημέρια της Ζωής. Προχώρησε στο βάθος κατά το μεγάλο αστραποβόλημα που προδίκαζε το θάμα. «Έδώ! Εδώ συντελείται το Άπιαστο!» φώναζε κάποιος λες και πωλούσε την πραμάτεια του στην Αγορά της μεταφυσικής.

vii.
Ακούστηκε, σαν άλλοτε, το σάλεμα της πέτρας
Και ξεπήδησε μυρίζοντας δουλεμένο χαρτί
Ολόφωτος μες απ’ της νύχτας το σκοταδοπήγαδο
Εκείνος.
Με το λευκό του μανδύα βαμμένο τόπους τόπους κόκκινο
Ξεσκισμένο από το βάρος των προσευχών
Δίχως τρύπες στα χέρια
Και με το προαιώνια ακάνθινο στεφάνι επί της κεφαλής του να μεταφράζει:
«Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς…»

Ζύγωσαν οι δυό τους μέτωπο με μέτωπο
Ανταλλάσσοντας ανάσες
Γεφυρώνοντας αιώνες
Κι άρχισαν άλφα και βήτα
Και άλφα και βήτα
Να ροκανίζουν μυώνες των λέξεων φτάνοντας κάποτε
Στα λινά των ονείρων.

Γεγονός:
Ο πιο απτός Ιησούς
Επαγγέλεται λέξεις.


2 σχόλια:

X2 είπε...

επαγγέλλεται λέξεις, διατρέχοντας τον κίνδυνο να βρει μαρτυρικό θάνατο σε σταυρόλεξο...

Ένας εκ των Δυο! είπε...

χαχαχα...άτιμε!
είσαι συ ένας πλακατζής... :)

ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)