Ο Κωτσόβολος ενημερώνει με επιστολές τους μέλλοντες πελάτες του οτί κάνει τρομερές προσφορές για όλο το καλοκαίρι.
Για περαιτέρω πληροφορίες μπείτε στο κατάστημα και αναζητήστε τον κύριο Γκέη.
"Κύριε Γκέη κύριε Γκέη..."


*
*
Ά , δεν αντέχω
θα πω και ένα - δυο λόγια
... χρόνια τώρα πρώτοι στο χορό
της βροχής.
Σήμερα παρεξηγημένοι γιατί βράχηκαν.
Όταν ζητάς βροχή
να ξέρεις ότι θα βρέξει παντού
ακόμα και κάτω απο το "αδιάβροχό" σου.
i
Άνοιξα τα μάτια κι αίφνης ήτανε Τετάρτη. Από την άβυσσο ανέβαιναν καπνοί. Κάποιοι μαζευόντουσαν γύρω και κοιτούσαν κάτω, στο βάθος της μεγάλης οπής. Τα χαλάσματα. Ο Ίαν έκανε να βουτήξει μέσα... ο Τσάρλι ο Τσαρλατάνος τον άρπαξε απ' το μπράτσο:
"Πού πας ρε;"
-"Φύγε, έχω τη ζωή μου εκεί μέσα..."
Ξανάκλεισα τα μάτια και στον μέλλων ύπνο μου επέστρεψε καμπανάκι για Δευτέρα. Πίσω απ' την κουρτίνα χλώμιαζε ανελέητα μια ανώφελη Σελήνη. Μπρος απ' την κουρτίνα χλώμιαζε αμυδρά μια ανώφελη οθόνη. Δίπλα απ' το κρεβάτι μου περνούσε αθόρυβα ένα ρυάκι. Βούτηξα μέσα. 29 χρόνια τώρα κρατάω την αναπνοή μου...
«Θέλω να μάθω να γίνομαι άνεμος» τού ‘λεγε. Κι άνοιγε τα χέρια καθώς ερχόταν απ’ το νότο η βροχή. Εκείνος την κοίταζε ήρεμος, δίχως ν’ αλλάζει τρόπο στην έκφραση. «Οι άνθρωποι λέμε τόσα…» σκεφτόταν και το, μόλις, χαμόγελό του εκτεινόταν ως τις άκρες της θέλησής της.
Εκείνη τις νύχτες κρυφάκουγε τη σιωπή του κόσμου.
«Ακούω ένα θόρυβο βουβό. Κανείς δε μιλά. Κάποιοι κλαίνε σιωπηλά.
Άλλοι ξελαρυγγιάζονται κι ο αντίλαλός τους δεν αφήνει ένα παλιό μέσα μου
συναίσθημα
να κοιμηθεί.
Ξέρεις πόσα πράγματα δικά μας τρέχουν παράλληλα με τη ζωή μας;» τον ρωτούσε και ξάπλωνε νωχελικά πάνω στην άμμο.
Τότε ο Τσάρλι ο Τσαρλατάνος ξεκινούσε μια δική του ιστορία ως να την πάρει ο ύπνος. Μιλούσε, μιλούσε κι εξιστορούσε με τις ώρες. Εκείνη κάπου στη μέση της ιστορίας έκανε πως κοιμάται για να τον ξεκουράσει.
Μόλις ο Τσάρλι σταματούσε νομίζοντας πως αποκοιμήθηκε, εκείνη άνοιγε σιγά σιγά τα μάτια για να μην την καταλάβει και χαμογελούσε σ’ εκείνη την αδέξια καλοσύνη πού ‘χουν κάποτε οι άνδρες όταν προσπαθούν να υπονοήσουν την αγάπη τους τράβωντας με τρόπο από την άλλη, τα γκέμια του εαυτού τους.
«Ξέρεις πόσα πράγματα δικά μας τρέχουν παράλληλα με τη ζωή μας;» τον ξαναρωτούσε κι εκείνος δεν απαντούσε.
Κι ας ήξερε καλύτερα…
*"Ημερολὀγιο ενός αθέατου Απριλίου" και πάλι

(Από τις Σωτήριες ατάκες)3.VI.09
ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.