Άπλωσα τη διαμαντένια νύχτα κατά μήκος της ζωής μου κι άρχισα να κόβω και να ράβω στο μοντάζ. Το στενό δρομάκι αναποδογυρίζει, τα ζευγάρια που περπατούν μ΄ ενωμένα τα χέρια διασχίζουν μια λωρίδα ουρανού που την τέμνει ένα φλεγόμενο αεροπλάνο. «Α, εσύ! μου είπε μια φιγούρα. Εσύ θά πρεπε να το ξέρεις πως ο άνθρωπος έχει τις ρίζες του στη γέννηση και στην παιδική ηλικία. Έπειτα χρειάζονται κόποι ζωής για να κάνεις ένα-δυο μικρά βηματάκια έξω απ’ τον κύκλο.» Κούνησα καταφατικά το κεφάλι πριν προλάβω να πολυσκεφτώ αυτό που μου είπε. Ωστόσο βούτηξα αυτοστιγμεί στα όνειρά μου κι έλαβα θερμοκρασία από πάλη των τάξεων εντός μου.
Άπλωσα τη διαμαντένια νύχτα κατά μήκος της ζωής μου κι άρχισα να κόβω και να ράβω στο σπικάζ. «Ο πατέρας σου –τον θυμάσαι;- ήταν όμορφος, πολύ όμορφος άντρας…» είπε κάποιος κι απλώθηκε αέρας θερινός, Σαββατόβραδο, πάνω απ’ τα αναμμένα καντήλια των νεκροταφείων και πάνω απ’ τα κεριά στα έξω τραπεζάκια. Θυμήθηκα τα ραγισμένα μάτια που δεν άφηναν τα δάκρυα να πέσουν. –Μα τι πείσμα από παιδί.- Θυμήθηκα τα δάκρυα που δεν έπεφταν απ’ τα ραγισμένα μάτια και θόλωναν την όραση κι έβλεπα το πλήθος δίχως χαρακτηριστικά προσώπου. Κι ύστερα εκείνη τη χιλιομνημονευμένη παγωμάρα στα χείλη που σου αφήνει το φιλί σε κρύο μέτωπο. Κι εκείνος ο πούστης συνέχιζε: «…όμορφος, πολύ όμορφος άντρας.»
Κάπου στο ξημέρωμα ένιωσα το αρχαίο φίδι να σέρνεται απαλά πάνω στο γυμνό σώμα μου. Συλλέκτης χαραμάτων κι όπως άνοιξα το παράθυρο, η εικόνα του κόσμου σιγά σιγά απομακρυνόταν σαν κάποιο αόρατο χέρι να ξεζουμάριζε αργά. Εκεί πια δεν είχα τίποτα να θυμηθώ. Γύρισα ένα τσιγάρο κι αφήνοντάς το να σιγοκαίει στα χείλη μου, άρχισα να γράφω πατώντας μπερδεμένα κι όπως νά ‘ναι τα πλήκτρα ..αδφαφδγξνεςτγκξεβιξτγξςειγξψξΝΣΔΞΚΨΝΞςΩΝΗιδψξασδκξΟΩΔΑΩΙΗδσψξσδωξδοιωξωξδιοφβξσξαδαξβαβξβξρτιξφγξφασξαβξφγξσνξσφβξφξα’ξα’γξαγξνγφξνσφγνξξνβμβ μκγβναξνιξωοιωμέριωξέιοωξέκωρωξ;ρ3ιγξ;ρεοιωξωξέρωξε;ριωέοιωξέρωξεριωξτιογξέγξέρογξ;τξροιβξ;βξ;τεποιγξέτιξτίξ;τεπογξκ;γκέρογιότςργοιςξιξςοτιγξέτιγξ;τειογξερόιγξ;ρεγξέιργξέτιογξ;τω;τεπογκ;ρε
[γκςογίοεγξέγνέρκφξμς ιφξ3;ριογφηε;ργνέριογξέριογξέιογηέριγξέριγξ;ρειο…
Έξω λαμπύριζαν διαμάντια και το φεγγάρι είχε πιά πάρει το χρώμα του σύννεφου. Στους δρόμους, που μακρινά έβλεπα πιά, οι ξενύχτες διασταυρώνονταν με τους προς Εκκλησία. Έκλεισα το παράθυρο κι ο κόσμος επέστρεφε το ίδιο αργά ξαναπαίρνοντας τη φυσική του τάξη. Όμως όσο γαλάζωνε η μέρα γινόμουν θεατής ενυδρείου. Στη μια πλευρά του τζαμιού – διακοσμημένη με ρόδακες και φυτικά μοτίβα, είχαν χαραχτεί δυο μάτια κοριτσιού. Φέρνοντας ευθεία τα μάτια μου μες στα δικά της, έβλεπα μέλη γυμνά να κολυμπούν προς μια έξοδο απ’ όπου έμπαινε φως. Φτάνοντας στο χείλος της εξόδου, κοντοσταθήκαμε να ελέγξουμε τον έξω χώρο. Θα πρέπει, μάλλον να τράβηξα μόνος κατά ‘κει.
Έτσι γυμνός αποκοιμήθηκα αφού οτιδήποτε κι άν γίνει σ’ αυτή τη ζωή, το πολύ πολύ να πεθάνεις. Είναι απαράδεκτο λοιπόν να φοβάσαι…
Άπλωσα τη διαμαντένια νύχτα κατά μήκος της ζωής μου κι άρχισα να κόβω και να ράβω στο σπικάζ. «Ο πατέρας σου –τον θυμάσαι;- ήταν όμορφος, πολύ όμορφος άντρας…» είπε κάποιος κι απλώθηκε αέρας θερινός, Σαββατόβραδο, πάνω απ’ τα αναμμένα καντήλια των νεκροταφείων και πάνω απ’ τα κεριά στα έξω τραπεζάκια. Θυμήθηκα τα ραγισμένα μάτια που δεν άφηναν τα δάκρυα να πέσουν. –Μα τι πείσμα από παιδί.- Θυμήθηκα τα δάκρυα που δεν έπεφταν απ’ τα ραγισμένα μάτια και θόλωναν την όραση κι έβλεπα το πλήθος δίχως χαρακτηριστικά προσώπου. Κι ύστερα εκείνη τη χιλιομνημονευμένη παγωμάρα στα χείλη που σου αφήνει το φιλί σε κρύο μέτωπο. Κι εκείνος ο πούστης συνέχιζε: «…όμορφος, πολύ όμορφος άντρας.»
Κάπου στο ξημέρωμα ένιωσα το αρχαίο φίδι να σέρνεται απαλά πάνω στο γυμνό σώμα μου. Συλλέκτης χαραμάτων κι όπως άνοιξα το παράθυρο, η εικόνα του κόσμου σιγά σιγά απομακρυνόταν σαν κάποιο αόρατο χέρι να ξεζουμάριζε αργά. Εκεί πια δεν είχα τίποτα να θυμηθώ. Γύρισα ένα τσιγάρο κι αφήνοντάς το να σιγοκαίει στα χείλη μου, άρχισα να γράφω πατώντας μπερδεμένα κι όπως νά ‘ναι τα πλήκτρα ..αδφαφδγξνεςτγκξεβιξτγξςειγξψξΝΣΔΞΚΨΝΞςΩΝΗιδψξασδκξΟΩΔΑΩΙΗδσψξσδωξδοιωξωξδιοφβξσξαδαξβαβξβξρτιξφγξφασξαβξφγξσνξσφβξφξα’ξα’γξαγξνγφξνσφγνξξνβμβ μκγβναξνιξωοιωμέριωξέιοωξέκωρωξ;ρ3ιγξ;ρεοιωξωξέρωξε;ριωέοιωξέρωξεριωξτιογξέγξέρογξ;τξροιβξ;βξ;τεποιγξέτιξτίξ;τεπογξκ;γκέρογιότςργοιςξιξςοτιγξέτιγξ;τειογξερόιγξ;ρεγξέιργξέτιογξ;τω;τεπογκ;ρε
[γκςογίοεγξέγνέρκφξμς ιφξ3;ριογφηε;ργνέριογξέριογξέιογηέριγξέριγξ;ρειο…
Έξω λαμπύριζαν διαμάντια και το φεγγάρι είχε πιά πάρει το χρώμα του σύννεφου. Στους δρόμους, που μακρινά έβλεπα πιά, οι ξενύχτες διασταυρώνονταν με τους προς Εκκλησία. Έκλεισα το παράθυρο κι ο κόσμος επέστρεφε το ίδιο αργά ξαναπαίρνοντας τη φυσική του τάξη. Όμως όσο γαλάζωνε η μέρα γινόμουν θεατής ενυδρείου. Στη μια πλευρά του τζαμιού – διακοσμημένη με ρόδακες και φυτικά μοτίβα, είχαν χαραχτεί δυο μάτια κοριτσιού. Φέρνοντας ευθεία τα μάτια μου μες στα δικά της, έβλεπα μέλη γυμνά να κολυμπούν προς μια έξοδο απ’ όπου έμπαινε φως. Φτάνοντας στο χείλος της εξόδου, κοντοσταθήκαμε να ελέγξουμε τον έξω χώρο. Θα πρέπει, μάλλον να τράβηξα μόνος κατά ‘κει.
Έτσι γυμνός αποκοιμήθηκα αφού οτιδήποτε κι άν γίνει σ’ αυτή τη ζωή, το πολύ πολύ να πεθάνεις. Είναι απαράδεκτο λοιπόν να φοβάσαι…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου