13.6.09

*Έλα τώρα χέρι μου δεξί
κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του

Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου


«Θέλω να μάθω να γίνομαι άνεμος» τού ‘λεγε. Κι άνοιγε τα χέρια καθώς ερχόταν απ’ το νότο η βροχή. Εκείνος την κοίταζε ήρεμος, δίχως ν’ αλλάζει τρόπο στην έκφραση. «Οι άνθρωποι λέμε τόσα…» σκεφτόταν και το, μόλις, χαμόγελό του εκτεινόταν ως τις άκρες της θέλησής της.

Εκείνη τις νύχτες κρυφάκουγε τη σιωπή του κόσμου.
«Ακούω ένα θόρυβο βουβό. Κανείς δε μιλά. Κάποιοι κλαίνε σιωπηλά.
Άλλοι ξελαρυγγιάζονται κι ο αντίλαλός τους δεν αφήνει ένα παλιό μέσα μου
συναίσθημα
να κοιμηθεί.
Ξέρεις πόσα πράγματα δικά μας τρέχουν παράλληλα με τη ζωή μας;» τον ρωτούσε και ξάπλωνε νωχελικά πάνω στην άμμο.

Τότε ο Τσάρλι ο Τσαρλατάνος ξεκινούσε μια δική του ιστορία ως να την πάρει ο ύπνος. Μιλούσε, μιλούσε κι εξιστορούσε με τις ώρες. Εκείνη κάπου στη μέση της ιστορίας έκανε πως κοιμάται για να τον ξεκουράσει.
Μόλις ο Τσάρλι σταματούσε νομίζοντας πως αποκοιμήθηκε, εκείνη άνοιγε σιγά σιγά τα μάτια για να μην την καταλάβει και χαμογελούσε σ’ εκείνη την αδέξια καλοσύνη πού ‘χουν κάποτε οι άνδρες όταν προσπαθούν να υπονοήσουν την αγάπη τους τράβωντας με τρόπο από την άλλη, τα γκέμια του εαυτού τους.
«Ξέρεις πόσα πράγματα δικά μας τρέχουν παράλληλα με τη ζωή μας;» τον ξαναρωτούσε κι εκείνος δεν απαντούσε.
Κι ας ήξερε καλύτερα…

*"Ημερολὀγιο ενός αθέατου Απριλίου" και πάλι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)