27.4.08


Πόσο λυπάμαι …
Αυτές η μέρες με στεναχωρούν.
Με εκνευρίζουν ταυτόχρονα.
Αλλά κι από την άλλη μου δίνουν να καταλάβω ποιος είμαι,
Ο πρώτος των παραλόγων ; ο τελευταίος των λογικών ; Ίσως ;
Ο ξένος ;
Μπα , θα είναι κι άλλοι σαν εμένα, δεν μπορεί.
Τρελαθήκανε όλοι ;
Ποιο , μα ποιο λογικό ον ψάχνει να βρει την χαρά και την ελπίδα στην «ανάσταση» λέει του «θεανθρώπου» ; Και μάλιστα, για να αποτρελαθούμε τελείως, την βρίσκουν λέει κιόλας.
Εγώ έχω μόνιμα μέσα μου ένα φως που καίει αγάπη και δημιουργεί ελπίδα, εσείς γιατί δεν το έχετε; Και αν το έχετε γιατί κάθε χρόνο το περιμένετε και απο τα Ιεροσόλυμα;
Είναι η χρήση του δονητή όταν δεν υπάρχει το εργαλείο;
Γιατί στην ζωή του σύγχρονου ανθρώπου έφυγε η χαρά και η ελπίδα από το χαμόγελο του συνανθρώπου ; Γιατί έχουμε ανάγκη από αηδίες και ψέματα για να χαρούμε ;
Γιατί δεν αγαπάει κανείς ; Γιατί δεν αγαπιέται ;
Η αγάπη ξεχειλίζει αυτές τις μέρες. Τηλεμαραθώνιο μου θυμίζει.
Στις πλατείες των χωριών συναθροίζονται οι εχθροί. Εχθροί μεταξύ τους. Ακόμη και εκεί προσποιούνται, δεν θα καταφέρουν να αγαπήσουν ούτε εκεί. Χιλιάδες πυροβολισμοί και βεγγαλικά γιατί κατάφεραν οι εχθροί να μαζευτούνε και ύστερα τέλος, ύστερα ο τρελός γείτονας , η πουτάνα κόρη, ο κλέφτης δήμαρχος, ο απατεώνας δάσκαλος και του κώλου τα εννιάμερα.
Η αλήθεια είναι ότι πυροβολισμούς είχα ακούσει και σε μια αληθινή αγάπη , όταν η Αννούλα χαμογέλασε του Κωστάκη και ήταν σαν να ήρθε η άνοιξη χειμωνιάτικα, δεν τους ένοιαζε τότε κανένας «θεάνθρωπος» , δεν είχαν ανάγκη κανένα ψέμα για να χαρούν. Τότε θυμάμαι ακούστηκαν πάλι πυροβολισμοί. Σκέφτηκα «νωρίς γιορτάζουμε το Πάσχα φέτος».
Είχαν σκοτώσει την Αννούλα, ήταν μικρή για αγάπες και ο παππούς του Κωστάκη αντάρτης , δεν θα δέχονταν δεξιούς στην οικογένεια. Αλλά δεν βαριέσαι θα περάσουν τα χρόνια και κάποιο Πάσχα η αγάπη από την θυσία του «θεανθρώπου» θα μας ενώσει όλους.
Εγώ λοιπόν γιατί πιστεύω ότι αν όλοι ήμασταν καλοί χριστιανοί δεν θα χρειαζόταν ο χριστιανισμός; Γιατί πιστεύω ότι πίσω από όλα αυτά κρύβεται η ανάγκη κάποιων να καλύψουν το μαύρο τους χάλι; Τα κενά της ζωής τους; Την αδυναμία τους να μορφωθούν ; Την ανικανότητα τους να κατανοήσουν το λόγο της ζωής ;
Γιατί την συγχώρεση θα πρέπει να μας την επιβάλουν οι «ημέρες που έρχονται» και όχι το υποσυνείδητο μας ;
Μάλλον δεν ξέρω να αγαπάω, το ξέρει μόνον ο Θεός.
Όλα τα παραπάνω απλά προς σκέψη, είτε να σκεφτείτε εσείς είτε να σκεφτείτε "για εμένα" .
.
.
Την εικόνα την έχω δανειστεί από το blog “fallenangel.pblogs.gr”
Ας με συγχωρέσει ο έχων τα πνευματικά δικαιώματα. Το απαιτούν και οι μέρες.

25.4.08

Μ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Γλυκά σερνόταν η αχνή μουσική χθες βράδυ. Στο πάτωμα, πάνω στα τραπέζια, στα ποτήρια, στα σώματα των ανθρώπων που γέμιζαν το μπαρ. Μα εγώ κοιτούσα όλη νύχτα το μαυροφορεμένο παιδί. Αμίλητο, σοβαρό. Το πρόσωπό του καθαρό, ακάλυπτο, τέλεια εκτεθειμένο. Κι όμως το βλέμμα του… το βλέμμα του τον έστρεφε ολοένα και περισσότερο μέσα του, τον βύθιζε στα σπλάχνα του. Έλαμπαν τα τεράστια μάτια του, υποδηλώνοντας την απουσία του.

Ήπια δύο ου'ί'σκι, τον χαιρέτισα και έφυγα πριν από κείνον απ' το μπαρ. -Πήγαινα να τον συναντήσω. Έξω είχε, μόλις, ξεμυτίσει φεγγάρι, κόσμος ανέβαινε από το νεκροταφείο κι ο αέρας έδινε ένα βήμα στα φύλλα της λεύκας για να σιγοτραγουδήσουν: ω, γλυκύ μου έαρ.

Ήξερα πού θα τον συναντήσω.




Μ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗβ’

Ακούω όλη μέρα τον ήχο της καμπάνας. Πάω να χαιρετίσω.
Σκύβοντας πάνω απ' τον Επιτάφιο, μού 'ρχεται ξαφνικά στα χείλη εκείνη η αρχαία, γνώριμη παγωμάρα από τα κρύα μέτωπα των δικών μου
κατά τα παλαιά μου: ''δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν''. Με παίρνει μια στιγμή ο θάνατος στον χορό του. Χαμηλώνει τα φώτα, ανάβει κεριά και βάζει μουσική.
''Μπορείς αν θες -του λέω- να μου κλείσεις το στόμα. Έτσι κι αλλιώς, χρόνια τώρα, με φωνή δανεική μιλάω. Όμως, ξέρω, δεν θα το κάνεις γιατί είσαι περίεργος να δεις τί θα πω παρακάτω. Χέσε με λοιπόν''.

Συνέρχομαι. Κοιτώντας αριστερά, βλέπω δυο μυροφόρες να μιλούν στα κινητά τους.

23.4.08

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ

i
Λουσμένη στο φως ξημέρωσε η μέρα. Τρεμόπαιξε μια στιγμή τα βλέφαρά της, φίλησε στο μέτωπο τον καλό της και ξύπνησε.


ii
Πού πάει τόσος ήλιος και δεν αγγίζει το μέσα μου; Με κλεφτοφάναρα γυρνούν οι μνήμες στις εσώτερες αβύσσους μου - απ' το αίμα στην ψυχή κι απ' την καρδιά στις φλέβες. Τί ζητάν να ξεσηκώσουν, ποιά χαμένη στιγμή ζητούν να δικαιώσουν, ποιάν αποθέωση ζωής γυρεύουν να καταποντίσουν με Παρόν;
Γράφω στο γαλάζιο (σαν αιμάτινη θάλασσα) τετράδιό μου:
''Πριν φθάσουμε στο πρόσκαιρο Όλα, περάσαμε απ' το Τίποτα.
Πριν φθάσουμε στο πρόσκαιρο Τίποτα, ακουμπήσαμε τις υπάρξεις μας στο Όλα''.

Τί μένει απ' αυτό λοιπόν; -Η λεξούλα ''Πρόσκαιρο'' κύριε. -Μπράβο παιδάκια.


iii
Και μέσα σ' όλα αυτά, για αύριο ετοιμάζεται μια προδοσία. Αύριο λοιπόν θα Σε δώσουν. Εσύ το διάλεξες(;) Κάθε χρόνο προσεύχεσαι κλαίγοντας σ' εκείνο τον Κήπο, μα ποτέ δεν Σου δόθηκε χάρη.
Τί νόημα έχουν, λοιπόν, οι προσευχές μπρος στο Προδιαγεγραμμένο;
Τί νόημα έχουν τα ποιήματα μπρος στο Προδιαγεγραμμένο;

Τί νόημα έχει το προδιαγεγραμμένο μπρος στην απόλυτη στιγμή του να τσαλακώνεις τη θε΄ι΄κή, αγγίζοντας την Ανθρώπινή σου υπόσταση...

22.4.08

Μ. ΤΡΙΤΗ

Περνώντας μέσα από περασμένες πασχαλιές, βγήκα στην αυλή της μοναξιάς μου. Εκεί ευωδιές χιλιάδων μύρτων και δέντρα με χαμένους τους καρπούς των. Εκεί ένας ήλιος ψυχρός να υπογραμμίζει το αμφίσημο της ζωής μας. Φόρεσα μαύρα γυαλιά, να μή φανεί που δεν κλαίω. (Είχα κάνει, από καιρό, απόφαση να σκληρύνω). Τότε με πλησίασε ο πατέρας. Αγκαλιαστήκαμε. ''Μεγάλωσες'' μου είπε, σε μια γλώσσα που δυσκολευόμουν να καταλάβω. Καθίσαμε και θυμηθήκαμε πράγματα που δεν έγιναν ποτέ. Γελούσε συνεχώς και το βλέμμα του χανόταν ανάμεσα στα φρύδια και τα μάγουλά του. Πιο 'κει, δυο στρατιώτες κουβαλούσαν κάτι ξύλα και έφτιαχναν ένα Σταυρό. Έτρεξα αμέσως και ανέβηκα επάνω του. ''Μου πάει;'' ρώτησα, μα είχαν όλοι εξαφανιστεί. Μια άγνωστη φωνή μόνο, απ' το βάθος, μου είπε σε τόνο αυστηρό: ''Κατέβα απο 'κει πάνω μικρέ. Ποιός νομίζεις οτί είσαι και ζητάς να σταυρωθείς;'' -''Άντε παράτα με -του είπα-. Εσύ ποιός είσαι και εισβάλεις έτσι στους χώρους της μοναξιάς μου''. -''Είμαι ο Θεός -μου λέει-, κατέχω αυτόκλητα μια θέση στη μοναξιά όλων σας''.



Μ. ΤΡΙΤΗ β’
Ω, άν μπορούσα κι εγώ
τρεις μέρες το χρόνο νά 'μαι νεκρός,
θα με ‘παίρναν όλοι πολύ πιο σοβαρά.

Και δεν ζητώ επισημότητες κατά την
Αναστασή μου.

21.4.08

Μ.ΔΕΥΤΕΡΑ

Κουράστηκα πολύ ώς να φθάσω σε τούτη την έρημο. Κάθε ζωή, λίγο πριν ξημερώσει, ένα σμήνος σιωπές με καλούσε από κάποια όαση. Μόλις έσκυβα επάνω της, με έκαιγαν η άμμος και τα λόγια που δεν είπα. Στο βάθος, πίσω απ' τους χρυσαφένιους λόφους, με κοιτούσε o , από αιώνες, μονόπτερος άγγελος. Με κοιτούσε. Ξεμάκραινε. Δεν μίλησα. Δεν του μίλησα ποτέ. 26 αιώνες τώρα αβέβαιος, διστακτικός. Μόνος μέσα σε πλήθος συντρόφων, σιωπηλός μέσα σε πανδαισία λέξεων... Είδα τον άγγελο, πρώτη φορά, να δακρύζει. Γύρισε την πλάτη του και απομακρυνόταν. Το βήμα του είχε κάτι το οριστικό. Τότε παρατήρησα πως του έλειπε και το άλλο φτερό. Καθώς χανόταν ολοένα, έκανα ν’ ανοίξω το στόμα μου, να τον φωνάξω, μα εκείνος γύρισε και μού ριξε μια τελευταία ματιά, γράφοντας με άμμο στον ορίζοντα: ''Κάλιο ποτέ παρά αργά''. Λιποθύμησα...




Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ β'

21:00μ.μ.

Τέλος και για σήμερα η εν οίκω παρουσία μου.
Περιμένω τηλεφώνημα για έξοδο.
Σημαιοστολίστηκα για να αρέσω στους καθρέφτες
που θα συναντήσω απόψε…


21:10μ.μ.

Ήρθε το τηλεφώνημα. Βάζω στις τσέπες μου
τα χρειώδη: τσιγάρα, αναπτήρας, κλειδιά, λεφτά.

Βιαστικά, πριν φύγω, φυσώ το χνώτο μου
στο τζάμι και γράφω:
''Θα τα πούμε αργότερα. Να προσέχεις...''

Χρόνια περιμένω μια απάντηση από την έξω πλευρά.
----------------------------------------------------------------------------------

Σχεδιάζοντας να ποστάρω, ξεχωριστά για κάθε μέρα, κάποια ποιήματα που είχα γράψει κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του 2006, έπιασα να τα ξαναδιαβάσω. Ίσως να ακούγεται λίγο δηθενίστικο και καλά, αλλά ξαναδιαβάζοντάς τα, νομίζω πως, πλήν ελαχίστων σημείων, δεν μου αρέσουν. Αρκετά φορτισμένα συναισθηματικά, θαρρώ πως σήμερα δεν θα μπορούσα να μιλήσω έτσι. Δεν είναι που σκληραίνουν ο καρδιές - είναι που σιγά σιγά συνειδητοποιείς πως εκείνο το "εν αρχή ην ο λόγος", είναι πούτσες μπλε. Τελικά μετά από ώριμη σκέψη (μέχρι να στρίψω τσιγάρο) αποφάσισα να τα ποστάρω, γιατί "αγάπα το ποίμα σου με τα ελαττώματά του" (τον λόγο δηλαδή). Ή όπως θά 'λεγε κι ένας φίλος: "δε γαμείς, αυτά έχω..."

20.4.08


Καλώς ήρθες πάλι. Τρείς μέρες είχα να Σε δω.
Σε περίμενα. Σού 'χω ετοιμάσει και κάτι ποιήματα'
θέλω να μου πεις τη γνώμη Σου.

Έλα, μή μου δείχνεις τις τρύπες στα χέρια,
μην κλαίς,
εγώ από πάντα Σε πίστευα, τό ξερα πως θα γυρίσεις.

Εξάλλου εμείς είμαστε αυτοί που αιώνια πιστεύουν,
αυτοί που αιώνια μένουν πίσω. Οι δολοφόνοι
που επιστρέφουν στον τόπο οπού έθαψαν
τις πιό όμορφες στιγμές τους...

για να θάψουν ακόμα ομορφότερες.

Κι αυτό, πίστεψέ με, δεν είναι πεσιμισμός. Έλα.



Κείμενο: Εμού του αιδοίου - Απρίλιος 2006

16.4.08

*Ζώντες δι' αντιπροσώπου/εντός των μύθων του Αισώπου

Ευρισκόμενος (κι ουχί "χαμένος'' ως είθισται να λέγεται εις αυτάς τας περιπτώσεις) εις έναν κόσμον διάφορον του πραγματικού, επαρακολούθει τα γεγονότα που εδιαδραματίζοντο εντός της TFT Plasma επικαιρότητος. Εσημείωνε χαρακτηριστικά εις τους όρχεις του: «Εις την χώραν του ’’μακριά από μας’’, οι πολίται-τηλεθεαταί (όροι αλληλένδετοι εις την μίαν αγίαν και παγκοσμιοποιημένην κοινωνίαν) λαμβάνωσι γνώσιν επί των πληγών της κοινωνίας των, μόνον εφόσον αι πληγαί αυταί ενεφανίζονται εις το σώμα κάποιων εκ των επωνύμων προσώπων αυτής. Και η πίστη εις τας πληγάς αυτάς, διαρκεί μόνον όσον και η μετάδοσις του γεγονότος υπό της τηλεοράσεως. Στιγμήν παραπέρα. Εις την χώραν του ’’μακριά από μας’’, πολλαί μικραί ή μεγαλύτεραι αλήθειαι, εμπίπτουν εις τα ταμπού της κοινής γνώμης, η οποία παρακολουθούσα την έξωθεν ζωή από τηλεοράσεως, περιπλέκει συνεχώς τα γεγονότα με τα φανταστικά θεάματα και άλλοτες λέγει: «αυτά δεν γίνονται ούτε εις τα έργα…» και άλλοτες πάλι: «όλα αυτά είναι βγαλμένα από την ζωήν…»
Ας προσευχηθούμε όλοι μέρες που έρχονται…





*Διαλεκτική προσαρμογή σε στίχο του Τζιμάκου

4.4.08


Σύμφωνοι. Τα γραπτά μένουν.

Όμως αυτή η ζωή είναι γεμάτη από άγραφους νόμους.


Φοβού τους συγγραφείς και στάση ζωής φέροντες.



Από το "Action Εστί" (4 συνθήματα πριν τους πρώτους πυροβολισμούς.)


ΥΓ: Δεν ξέρω άν το ξανάγραψα κάπου αλλά σήμερα είχα την ανάγκη να το πώ. Μεγάλη ανάγκη μιλάμε. Έφαγα κάτι χαλασμένα συγγραφικά φασόλια χθες και καταλαβαίνετε... το στομάχι μου πρωί πρωί.


ΥΓ2: Φωτό - Θεός Πάνας. Κομμάτι σιλικόνης από την μπάρα του χθεσινού μπαρ.

1.4.08




Κανείς δεν έμαθε τελικά αν Άγιασε ή μπήκε ο Διάβολος μέσα του. Ακροβάτης σε λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο διαχωρισμό των "ηθικών αξιών" ...
... ιδίως όταν μιλάμε για τα δικά μας πιστεύω!

ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)