Ζηλεύοντας τη δόξα και όχι το χρήμα (επαναλαμβάνω: τη δόξα και όχι το χρήμα –λέμε τώρα-) του Νταν Μπράουν, μια παρέα νέων συγγραφέων, αποφάσισαν να κολυμπήσουν στα ίδια πάνω-κάτω νερά, εξερευνώντας άγνωστες πτυχές κοσμοϊστορικών γεγονότων. «Αφού τα κατάφερε αυτός ο ξενέρωτος με τη νερόβραστη φάτσα, γιατί όχι κι εμείς;» αναρωτήθηκαν και ξεκινώντας επίμονες τε και επίπονες έρευνες, ελθόντες μάλιστα εις επαφήν με τον μοναδικό εν ζωή μάγο, συνέγραψαν…
ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΑΓΩΝ
«Ετοιμαζόμασταν να πέσουμε νωρίς νωρίς για ύπνο μιας και το πρωί της σήμερον είχαμε πάρει το μεγάλο μήνυμα και αύριο, με το πρώτο φως, θα ξεκινούσαμε για το μακρινό μας ταξίδι. Είχαμε ήδη ζέψει το BMW τζιπάκι μας, φορτώσαμε και τα συμπράγκαλα στους τεράστιους, αποθηκευτικούς του χώρους και καληνυχτιστήκαμε σβήνοντας τα φώτα. Εγώ και ο Γάσπαρ κοιμηθήκαμε σχεδόν αμέσως∙ ο Βαλτάσαρ το πρωί που ξυπνήσαμε μας είπε πως ήταν λιγάκι ανήσυχος και δεν του κόλλαγε ύπνος. Είδε λέει δύο απανωτά επεισόδια SΕΧ and the CITY, βγήκε στη βεράντα, κάπνισε δυο απανωτά τσιγάρα και ησύχασε. Ξεκινήσαμε λοιπόν κατά τις 6 από Καβάλα για Βηθλεέμ. Δεν ξέραμε φυσικά τον δρόμο μα το μήνυμα το έλεγε καθαρά: ''Λαμπρός αστήρ will drive you.'' Στο αμάξι χαχανίσματα και τέτοια. Κανονική εκδρομή... ''Πιάσε ρε καλύτερα τον σταθμό...'' -''Γιατί ρε μαλάκα δεν έφερες κανά cd μαζί;'' -''Σταμάτα βρε πούστη να καπνίζεις μες στ' αυτοκίνητο...'' κτλ. Μονάχα ο Γάσπαρ ήταν σοβαρός και αμίλητος στο πίσω κάθισμα. ''Απ' ότι φαίνεται -μας λέει- είμαι ο μόνος που έχει αντιληφθεί τη σπουδαιότητα της αποστολής μας.'' Έφαγε δυο βλέμματα χειρότερα κι από σφαλιάρες...
Οδηγούσαμε, εναλλάξ, ώρες πολλές δίχως τίποτε το απρόοπτο.Διασχίσαμε χωριά και πόλεις, χώρες και χώρες, θάλασσες και ποτάμια κι ουρανούς. Όλη μέρα…
…Καθώς σουρούπωνε αργά αργά, είχαμε μπουκάρει Μέση Ανατολή και η αλήθεια είναι πως όσο εκείνο το αστέρι γινόταν πιό ευδιάκριτο, τόσο αρχίζαμε όλοι να καταλαμβανόμαστε από... ΣΟΚ & ΔΕΟΣ. Οδηγώντας σιγά και προσεχτικά, φθάσαμε σ' ένα μέρος... δεν ξέρω ποιάς χώρας ήταν, μα έμοιαζε με παράδεισος. (Ίσως κάποιο πάμπλουτο εμιράτο). Προχωρώντας λίγο παραέξω, κάτι παράξενα μαγαζάκια μας χτύπησαν στο μάτι. ''Θά 'ναι τα αντίστοιχα κωλόμπαρα'' λέω. ''Πάμε για ένα ποτάκι;'' μου λέει ο Βαλτάσαρ. Ο Γάσπαρ πήδηξε μέχρι 'κει πάνω. ''Όχι. Όχι. Πρέπει να φθάσουμε εγκαίρως''. Ξανακοίταξα τον Βαλτάσαρ. ''Ένα ποτάκι ρε μαλάκα, δεν θα κάτσουμε. Μια ανάσα να πάρουμε...Γάμησέ τον αυτόν, άμα δε γουστάρει ας μην έρθει''. Πάντα ήμουν τραβάτε με κι ας κλαίω…
…Όταν ξανακοίταξα το ρολόι, είχαν ήδη περάσει δυο ώρες. Είχαμε κοπανήσει από 5-6 ποτά. Ο Βαλτάσαρ δε που όλην αυτή την ώρα χαϊδολογιόταν με μια γκόμενα, είχε κεράσει άλλα τόσα δεξιά κι αριστερά. ''Έχεις λεφτά ρε;'' του λέω. -''Ναι ρε. Προχθές πήρα μισθό και δώρο μαζί.'' Ξαφνικά μπήκε ο Γάσπαρ ωρυόμενος: ''Το γαμήσατε ρε, το γαμήσατε. Ένα ποτό είπατε κι έχει πάει μιάμιση. Πότε θα φθάσουμε;'' Μέσα στις φωνές και τον πανικό: ''Ωχ. Τα δώρα!'' κάνει ο
Βαλτάσαρ. -''Τί τα δώρα;'' -''Ξέχασα τα δώρα ρε μαλάκες.'' -''Πού;'' -''Πίσω, στην Καβάλα.'' Ο Γάσπαρ αφού ξαναπήδηξε μέχρι το ταβάνι, έπεσε στα γόνατα και φώναζε: ''Ηλίθιε, μαλάκα που σ' εμπιστευτήκαμε να φέρεις τα δώρα. Ανεύθυνε...'' και άλλα τέτοια επίθετα που έπασχαν από έλλειψη φαντασίας. Ο Βαλτάσαρ κοιτούσε σαν κουμπάρος σε γάμο που πάνω στην ώρα του «Ι do» συνειδητοποιεί πως ξέχασε τα δαχτυλίδια. Η γκόμενα πάλι, ατάραχη πίσω απ' την πλάτη του, κρεμασμένη απ' τον αριστερό του ώμο και με το ένα της πόδι να εξέχει μπροστά του, τον χάιδευε ψιθυρίζοντας: ''Να πάμε για ένα πριβέ; Α;'' Εγώ μόλις άκουσα το ''Α;''
τσίμπησα. Την ρώτησα πώς τη λένε και μού 'πε ένα ρώσικο όνομα που δεν το θυμάμαι. ''Κι εδώ ρωσίδες ρε πούστη; αναρωτήθηκα. Και τί δουλειά έκανες πάνω;'' Και σ' αυτό το σημείο,
καταρρίπτοντας τον ελληνικό μύθο που τις θέλει όλες (στην χειρότερη περίπτωση) ατυχήσασες πτυχιούχες πανεπιστημίου, μου απαντά ορθά κοφτά και σχεδόν περήφανα: ''Κι εκεί μουνί έδινα...''
ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΑΓΩΝ ΙΙ
...Με τα πολλά, τις φωνές του Γάσπαρ και το αυξανόμενο κολλιτσίδωμα της γκόμενας, αναγκαστήκαμε να φύγουμε. Βάλαμε μπρος και καθώς βγαίναμε σιγά σιγά απ' το πάρκινγκ, είδαμε πίσω μας να παίρνει τα τακούνια στο χέρι και να τρέχει ξυπόλητη προς τ' αυτοκίνητο, (σαν σκηνή φτηνοαμερικάνικης ταινίας) τη ρωσίδα. Σταματήσαμε στην άκρη. Αλαφιασμένη και αναμαλλιασμένη, πλησίασε στο παράθυρο. ''Πάρτε με μαζί σας, σας παρακαλώ...'' ήταν τα πρώτα της λόγια σε ικετευτικό τόνο. ''Έλα, πάρε άλλα 100$ και φύγε απ' το κεφάλι μας.'' -''Δεν θέλω λεφτά. Να φύγω θέλω...'' -''Δεν μπορούμε ρε κοπέλα μου, έχουμε δουλειά, είμαστε σε αποστολή, καταλαβαίνεις;'' –‘’Σας παρακαλώ... Δεν μπορώ άλλο εδώ...'' -''Καλά, μείνε τώρα και στο γυρισμό θα περάσουμε να σε πάρουμε.'' -''Όχι, δεν θέλω στο γυρισμό. Όλοι έτσι λένε. Στο γυρισμό θα με πάρουν… Κανείς δεν γύρισε. Ποτέ. Τώρα, σας παρακαλώ...'' Την λυπηθήκαμε άγιες μέρες και την πήραμε. Για την επόμενη ώρα, ακούγαμε ιστορίες απ' τη ζωή της στη Ρωσία. Τί για το χωριό της, τί για την οικογένειά της, τους παππούδες της που χάθηκαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο, για τον κομμουνισμό, τον μεγάλο της έρωτα μ' ένα πρώην πράκτορα της KGB... ''Καλά πόσον χρονών είσαι;'' τη ρώτησα. 22 μου απαντάει. ''Ε, και πότε πρόλαβες ρε κοπέλα μου...'' -''Ξέρετε... θέλω να γίνω συγγραφέας.'' Κι εκεί εξηγήθηκαν όλα...…Στις 3 και κάτι, μπήκαμε Ισραήλ. Τρομερός έλεγχος. Μόνο που δεν μας έγδυσαν. Τα στοιχεία μας πέρασαν 100 φορές από τους υπολογιστές. Η καχυποψία και η ένταση ενός αόρατου, ανεντόπιστου μα σίγουρου φόβου σε όλο της το μεγαλείο. Κυρίως στο βλέμμα και στον τόνο της φωνής. Όταν βεβαιώθηκαν πως είμαστε ακίνδυνοι -τα θρασύδειλα καθίκια- υποχρέωσαν τη ρωσίδα να τους κάνει στριπ τιζ, για να μας αφήσουν. (Θυμήθηκα την αναλόγου τύπου περίπτωση μ’ εκείνο τον Παλαιστίνιο μουσικό που τον υποχρέωσαν, χλευάζοντάς τον, να πάιξει βιολί και φουρκίστηκα, αλλά...) Τα λεφτά ήταν καλά κι εμείς έπρεπε να τελειώσουμε τη δουλειά μας. Κάναμε λοιπόν την παλαβή και διασχίσαμε το υπόλοιπο Ισραήλ χωρίς προβλήματα. Κάποια στιγμή μάλιστα μας διεμήνυσαν πως ήθελε να μας δει ο πρώην πρόεδρος της χώρας. Μας οδήγησαν σε νοσοκομείο του Τελ Αβίβ όπου μας υποδέχτηκε κλινήρης, ο Σαρόν. ‘’Ακούστε να δείτε -μας λέει, και εκεί κατάλαβα πως η Προστακτική δεν έχει να κάνει με τον λόγο, αλλά με τον τόνο της φωνής ενός ανθρώπου- αν τύχει και γεννηθεί άλλος βασιλιάς στα μέρη μου, δεν ξέρω πως θα την βγάλετε καθαρή. Όσο για μένα, δεν ξέρω τι θα κάνω… θα αναρρώσω… θα αναστηθώ αν χρειαστεί αλλά θα επιβάλω όπως ξέρω την τάξη’’.
‘’Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε κύριε –του λέω-. Ο βασιλιάς δεν πρόκειται να γεννηθεί στα μέρη σας αλλά σε Παλαιστινιακό έδαφος’’. –‘’Το ίδιο είναι –μου απαντάει-. Και να ξέρεις πως μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα σφαγιαστούν όλα τα νεογέννητα αλλά και τα παλαιογέννητα της Παλαιστίνης’’.
(Μήπως σ’ αυτό το σημείο εγείρονται νέα ερωτήματα περί της ιστορίας του μεσανατολικού; Ίσως.)
Αφού τον χαιρετήσαμε με χαμηλόφωνες ευχές και σιωπηλές κατάρες, συνεχίσαμε τον δρόμο μας……Πλησίαζε το ξημέρωμα όταν περάσαμε Παλαιστίνη. Η συγκίνηση κι φόβος εναλλάσσονταν κάθε δευτερόλεπτο. Δεν άργησαν να μας την πέσουν. Μας σταματάνε κάπου στη Λωρίδα της Γάζας. ''Πρέπει να παρανόμησα -λέει ο Βαλτάσαρ-. Στην προηγούμενη στροφή, πέρασα χωρίς φλας στην πλαϊνή Λωρίδα της Γαζ.'' ντουπ, σκάει η πρώτη πέτρα πάνω στο αυτοκίνητο.
Ακολουθούν κι άλλες. Βγαίνουμε απ' τ' αμάξι... ''STOP. Please STOP -φωνάζω εγώ- We are with you. We are with you, with people of Palestine''. - ''Δεν υπάρχουν people of Palestine -μου λέει κάποιος- Εσύ με ποιούς είσαι;'' -''Μα... τί εννοείτε;'' -''Τί είσαι ρε; Φατάχ ή Χαμάς;'' ''Κατάλαβα∙ τα είχατε χύμα εσείς εδώ κάτω σας ήρθαν και τσουβαλάτα'' του απαντάω κι αρχίσαμε να τρέχουμε γρήγορα προς τ' αυτοκίνητο. Γκαζώνοντας, περάσαμε ανάμεσά τους. Βροχή οι πέτρες και τα χαλίκια από σφεντόνες αλλά γλυτώσαμε με κάτι κατεβασμένα παράθυρα και λαμαρινοδουλειές στο σκάφος του BMW (επαναλαμβάνω) τζιπακίου μας. Οδηγούσαμε πια προς τη Βηθλεέμ. Λαμπρός αστήρ was driving us...
ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΑΓΩΝ ΙΙΙ
...Λίγη ώρα αργότερα κι ενώ η αυγή είχε πλημμυρίσει τον ορίζοντα με φως και την ατμόσφαιρα μ' εκείνη την υπέροχη μυρωδιά της, το άστρο που μας οδηγούσε, έριξε την κρυστάλλινη λάμψη του πάνω στην πινακίδα: ΒΗΘΛΕΕΜ 2km. Ρίγη συγκίνησης διέτρεχαν τα κορμιά μας. Ο Γάσπαρ θυμήθηκε τα ξεχασμένα δώρα. ''Πώς θα πάμε ρε τώρα με άδεια χέρια;'' -''Είναι και τα ζαχαροπλαστεία κλειστά...'' είπε η ρωσίδα με ύφος τόσο περίλυπο. που δεν σου άφηνε περιθώριο να την αποπάρεις. Μερικές εκατοντάδες μέτρα παρακάτω, το αστέρι άδειασε όλο του το φως και χάθηκε και το ίδιο πίσω από μια φάτνη σε μια φτωχοσυνοικία της πόλης. Η ρωσίδα το βιολί της: ''κάνατε ευχή;'' χαμογελώντας γεμάτη αφέλεια και κοιτώντας τον ουρανό με βλέμμα απλανές ενώ εμείς τρέμαμε σύγκορμοι. Παρκάραμε το αυτοκίνητο παραπλεύρως και δίχως να χρονοτριβούμε, χτυπήσαμε την πρόχειρη πόρτα. Τίποτα. Χτυπήσαμε δεύτερη φορά και τότε μας άνοιξε ένας κύριος με σκούρο χιτώνα. ''Ποιοί είστε εσείς;'' -''Οι τρεις μάγοι!'' -''Με τα δώρα;'' -''Εεε... ε, περίπου.'' -''Και ποιά είναι αυτή;'' -''Να μή σε νοιάζει. Πού είναι το βρέφος; Ήρθαμε να προσκυνήσουμε.'' -''Τώρα; Έφυγαν πριν δυο ώρες∙ με το που γεννήθηκε.'' -''Έφυγαν; Γιατί; Μας εξαπάτησαν... Η αμοιβή μας...'' έκανε ο Γάσπαρ αποδεικνύοντάς μας πως ήταν ο μόνος που είχε καταλάβει τη... σπουδαιότητα της αποστολής μας. ''Μην ανησυχείς -του λέει ο φατνάρχης- εδώ είναι τα λεφτά σας.'' ''Μα γιατί έφυγαν;'' ρώτησε ο Βαλτάσαρ. ''Κοιτάξτε απ' το παράθυρο'' μας λέει. Κοιτάζουμε και τι να δούμε: Όλοι οι παρελθόντες, παρόντες και μελλούμενοι ισχυροί αυτού του πλανήτη να διαδηλώνουν έξω απ' την φάτνη ζητώντας την κεφαλή του βρέφους επί πίνακι. Πολιτικοί, οικονομικοί, θρησκευτικοί ηγέτες, μαινόμενοι να προσπαθούν να σπάσουν τον αστυνομικό κλοιό. Ωραία εικόνα έτσι; Πήραμε τα λεφτά και φύγαμε από την πίσω πόρτα’’.
ΜΕΛΧΙΟΡ
Γιατί πίσω απ’ την ιστορία του καθενός μας
κρύβεται πάντα η ιστορία των προσώπων της ιστορίας του
η οποία μπορεί (όπως στην παραπάνω περίπτωση)
να μην μας επηρεάζει καθόλου
μπορεί όμως και να μας αλλάξει τη ζωή.
Λ.Σ.Α.
(Λαϊκός Συγγραφικός Αγώνας)
28.11.07
ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ:
· Η αληθινή αιτία της εκδίωξης του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο δεν ήταν το δέντρο αλλά το δενδρύλλιο της γνώσης από το οποίο έκοψαν και κάπνισαν μετά το σεξ. (ΕΡΕΥΝΑΤΑΙ)
· Ο Άγιος Πέτρος έχει εδώ και λίγα χρόνια απολυθεί από την θέση του θυρωρού-κλειδοκράτορα καθώς η περίφημη Πύλη του Παραδείσου ανοίγει πλέον με φωτοκύτταρο. (Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΤΙΤΛΟ: «ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΓΝΩΣΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΖΩΗ»)
· Τα μαρτύρια των ιερών προσώπων του Ευαγγελίου. (Ο Ιωσήφ εξομολογείται πώς άντεξε το μαρτύριο της αγαμίας κατά την διάρκεια της συμβίωσής του με την Μαρία αλλά και τις επιπτώσεις της αποχής στην υγεία του.)
· Η αληθινή αιτία της εκδίωξης του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο δεν ήταν το δέντρο αλλά το δενδρύλλιο της γνώσης από το οποίο έκοψαν και κάπνισαν μετά το σεξ. (ΕΡΕΥΝΑΤΑΙ)
· Ο Άγιος Πέτρος έχει εδώ και λίγα χρόνια απολυθεί από την θέση του θυρωρού-κλειδοκράτορα καθώς η περίφημη Πύλη του Παραδείσου ανοίγει πλέον με φωτοκύτταρο. (Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΤΙΤΛΟ: «ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΓΝΩΣΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΖΩΗ»)
· Τα μαρτύρια των ιερών προσώπων του Ευαγγελίου. (Ο Ιωσήφ εξομολογείται πώς άντεξε το μαρτύριο της αγαμίας κατά την διάρκεια της συμβίωσής του με την Μαρία αλλά και τις επιπτώσεις της αποχής στην υγεία του.)
27.11.07
Πήρε φόρα ο εκ δεξιών και γράφει κάθε μέρα !
Ας βάλουμε λοιπόν και λίγη μουσική να "σπάσει" το κλίμα.
Είναι πειραματικό και δεν ξέρω αν θα είναι και λειτουργικό ιδιαίτερα σε όσους έχουν απλές συνδέσεις. Δεκτό λοιπόν κάθε παράπονο και παρατήρηση. (Και παραγγελιές δεκτές επίσης). Για να παίξουν πρέπει να πατηθεί το play το οποίο ίσως είναι δύσκολο να δείτε λόγο του μικρού μεγέθους του.
Ας βάλουμε λοιπόν και λίγη μουσική να "σπάσει" το κλίμα.
Είναι πειραματικό και δεν ξέρω αν θα είναι και λειτουργικό ιδιαίτερα σε όσους έχουν απλές συνδέσεις. Δεκτό λοιπόν κάθε παράπονο και παρατήρηση. (Και παραγγελιές δεκτές επίσης). Για να παίξουν πρέπει να πατηθεί το play το οποίο ίσως είναι δύσκολο να δείτε λόγο του μικρού μεγέθους του.
Την ατομοκεντρικότητα.
Την απομόνωση.
Το άγχος που περιβάλλει το κάθε τί μας.
Το οτί ξεφεύγουμε από τα ουσιώδη
και οι ώρες που πιά ασχολούμαστε με πράγματα
που δεν μας εκφράζουν, καλύπτουν σχεδόν
το σύνολο της μέρας μας.
Ο κυνισμός μας μπροστά στους άλλους
και η ταυτόχρονη διαφύλαξη της ευαισθησίας μας
για την πάρτη μας και μόνο
(όσο κι άν ξέρω πιά πως η συγκίνηση
άν δεν συναντήσει το πρακτικό της αντίστοιχο, από μόνη της
δεν αρκεί για τίποτα σ' αυτόν τον ντουνιά.)
Το οτί δεν συμβιβαζόμαστε με τον εαυτό μας
και αναλωνόμαστε συνεχώς σε λάθος "επαναστάσεις"
(η λέξη "συμβιβασμός" είναι η πλέον παρεξηγημένη στο
ελληνικό λεξιλόγιο.)
Τον ξερόλα της γειτονιάς και της καρδιάς μας.
Τέλος πάντων, όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα
που βλέπω μέσα μου (κυρίως) και γύρω μου.
Στην σημερινή κοινωνία, στους σημερινούς ρυθμούς,
αισθανόμενος κάπου στην μέση:
φοβάμαι αυτά που έχουν αποδεχθεί οι παλαιότεροι
και αυτά που αγνοούν οι νέοι.
Κατά τα άλλα, μια ωραία ατμόσφαιρα. Σοβαρολογώ.
Την απομόνωση.
Το άγχος που περιβάλλει το κάθε τί μας.
Το οτί ξεφεύγουμε από τα ουσιώδη
και οι ώρες που πιά ασχολούμαστε με πράγματα
που δεν μας εκφράζουν, καλύπτουν σχεδόν
το σύνολο της μέρας μας.
Ο κυνισμός μας μπροστά στους άλλους
και η ταυτόχρονη διαφύλαξη της ευαισθησίας μας
για την πάρτη μας και μόνο
(όσο κι άν ξέρω πιά πως η συγκίνηση
άν δεν συναντήσει το πρακτικό της αντίστοιχο, από μόνη της
δεν αρκεί για τίποτα σ' αυτόν τον ντουνιά.)
Το οτί δεν συμβιβαζόμαστε με τον εαυτό μας
και αναλωνόμαστε συνεχώς σε λάθος "επαναστάσεις"
(η λέξη "συμβιβασμός" είναι η πλέον παρεξηγημένη στο
ελληνικό λεξιλόγιο.)
Τον ξερόλα της γειτονιάς και της καρδιάς μας.
Τέλος πάντων, όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα
που βλέπω μέσα μου (κυρίως) και γύρω μου.
Στην σημερινή κοινωνία, στους σημερινούς ρυθμούς,
αισθανόμενος κάπου στην μέση:
φοβάμαι αυτά που έχουν αποδεχθεί οι παλαιότεροι
και αυτά που αγνοούν οι νέοι.
Κατά τα άλλα, μια ωραία ατμόσφαιρα. Σοβαρολογώ.
4. ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ
Bar NOSTRADAMUS κάπου στο Νότο. Είχε ένα φεγγάρι που έσπαγε όλες τις χειροπέδες των επιθετικών προσδιορισμών με τους οποίους προσπαθούσε η σκέψη μου να το ακινητοποιήσει. Στα μάτια των πιωμένων είχαν φυτρώσει ζευγάρια δέντρα. Απ' το ταβάνι κρεμόταν η πιό ανεκπλήρωτη προφητεία. Ο Γιώργος έφτιαχνε καραβάκια από χαρτοπετσέτες - ολόκληρο στόλο και τα πέταγε στον αέρα. ''Έχεις ξαναδεί καράβια να πετάνε;'' με ρώτησε χαμογελώντας. Κάποια στιγμή βγήκα έξω και γέμισα τα πνευμόνια μου με δυο βαθιές ανάσες από ανοιξιάτικο βράδι. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα, όπως πάντα, ήταν: ''θα γράψω γι' αυτή τη νύχτα''. Κανά δυο ώρες αργότερα που επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, είπα: ''τώρα''. Κάθισα λοιπόν κάτω αλλά ως το ξημέρωμα δεν βγήκε τίποτα. ''Άι σιχτίρ -ψιθύρισα-. Και γιατί πρέπει στο κάτω κάτω να νοηματοδοτούμε τα πάντα; Άσε και μια φορά την συγκίνηση της ομορφιάς να πάει μόνη της, δίχως να παρέμβεις''.
Αργότερα συνειδητοποίησα πως ακόμη και εκείνη την ''άρνησή'' μου να γράψω, διά του παραπάνω κειμένου, την έκανα γραφή. Γι' αυτό σας λέω: άν είναι ώρες που μιλώ δίχως να λέω τίποτα, συγχωρήστε με' - είναι η εξάρτηση. Εξ άλλου δεν είναι ούτε όλες οι μαστούρες ούτε όλα τα γαμήσια πετυχημένα.
(Ιούνιος 2006 - άν θυμάμαι καλά. "Από τα απομνημονεύματα του Fred")
Bar NOSTRADAMUS κάπου στο Νότο. Είχε ένα φεγγάρι που έσπαγε όλες τις χειροπέδες των επιθετικών προσδιορισμών με τους οποίους προσπαθούσε η σκέψη μου να το ακινητοποιήσει. Στα μάτια των πιωμένων είχαν φυτρώσει ζευγάρια δέντρα. Απ' το ταβάνι κρεμόταν η πιό ανεκπλήρωτη προφητεία. Ο Γιώργος έφτιαχνε καραβάκια από χαρτοπετσέτες - ολόκληρο στόλο και τα πέταγε στον αέρα. ''Έχεις ξαναδεί καράβια να πετάνε;'' με ρώτησε χαμογελώντας. Κάποια στιγμή βγήκα έξω και γέμισα τα πνευμόνια μου με δυο βαθιές ανάσες από ανοιξιάτικο βράδι. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα, όπως πάντα, ήταν: ''θα γράψω γι' αυτή τη νύχτα''. Κανά δυο ώρες αργότερα που επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, είπα: ''τώρα''. Κάθισα λοιπόν κάτω αλλά ως το ξημέρωμα δεν βγήκε τίποτα. ''Άι σιχτίρ -ψιθύρισα-. Και γιατί πρέπει στο κάτω κάτω να νοηματοδοτούμε τα πάντα; Άσε και μια φορά την συγκίνηση της ομορφιάς να πάει μόνη της, δίχως να παρέμβεις''.
Αργότερα συνειδητοποίησα πως ακόμη και εκείνη την ''άρνησή'' μου να γράψω, διά του παραπάνω κειμένου, την έκανα γραφή. Γι' αυτό σας λέω: άν είναι ώρες που μιλώ δίχως να λέω τίποτα, συγχωρήστε με' - είναι η εξάρτηση. Εξ άλλου δεν είναι ούτε όλες οι μαστούρες ούτε όλα τα γαμήσια πετυχημένα.
(Ιούνιος 2006 - άν θυμάμαι καλά. "Από τα απομνημονεύματα του Fred")
25.11.07
20.11.07

Περνώντας μέσα από περασμένες πασχαλιές, βγήκα στην αυλή της μοναξιάς μου. Εκεί ευωδιές χιλιάδων μύρτων και δέντρα με χαμένους τους καρπούς των. Εκεί ένας ήλιος ψυχρός να υπογραμμίζει το αμφίσημο της ζωής μας. Φόρεσα μαύρα γυαλιά, να μή φανεί που δεν κλαίω. (Είχα κάνει, από καιρό, απόφαση να σκληρύνω). Τότε με πλησίασε ο πατέρας. Αγκαλιαστήκαμε. ''Μεγάλωσες'' μου είπε, σε μια γλώσσα που δυσκολευόμουν να καταλάβω. Καθίσαμε και θυμηθήκαμε πράγματα που δεν έγιναν ποτέ. Γελούσε συνεχώς και το βλέμμα του χανόταν ανάμεσα στα φρύδια και τα μάγουλά του. Πιο 'κει, δυο στρατιώτες κουβαλούσαν κάτι ξύλα και έφτιαχναν ένα Σταυρό. Έτρεξα αμέσως και ανέβηκα επάνω του. ''Μου πάει;'' ρώτησα, μα είχαν όλοι εξαφανιστεί. Μια άγνωστη φωνή μόνο, απ' το βάθος, μου είπε σε τόνο αυστηρό: ''Κατέβα από 'κει πάνω μικρέ. Ποιός νομίζεις οτί είσαι και ζητάς να σταυρωθείς;'' -''Άντε παράτα με -του είπα-. Εσύ ποιός είσαι και εισβάλεις έτσι στους χώρους της μοναξιάς μου''. -''Είμαι ο Θεός -μου λέει-, κατέχω αυτόκλητα μια θέση στη μοναξιά όλων σας''.
Action Εστί - Σημειώσεις μιας Μεγάλης Εβδομάδας - Μ. Τρίτη (Απρίλιος 2006)
Λίγο άκαιρο αλλά τί μπορείς να πεις άκαιρο στο γράψιμο; Στο χθεσινοβραδινό όνειρο που μ' έσκασε ώρα 2 μετά τα μεσάνυχτα μες στην πραγματικότητα μ' ένα ποτήρι νερό χυμένο στο πάπλωμα να ντουμανιάζω μες στο σκοτάδι.
14.11.07

Ο πολιτισμός είναι μια αηδία (ναι)
Τίποτα (ναι)
Κι οι λέξεις μας –έστω κι αν είναι οι τελευταίες- (ναι)
Ποτέ δεν κλείνουν κάτι (ναι)
Οι λέξεις αφήνουν ενδεχόμενα (ναι)
Φρονώ οτί η τελευταία μας λέξη (ναι)
Δεν πρέπει ποτέ νά ‘ναι λέξη (ναι)
Πυροβόλα με, φύγε ή σφίξου πάνω μου, παράτα με, γάμησέ με, βάλε μου φίμωτρο, πέτα με απ’ τον γκρεμό, χέσε με, στείλε με για τσιγάρα, βάλε μου κάτι να πιώ, βρίσε με, σπάσε μου την μάπα, αγκάλιασέ με, κλείσε τα μάτια σου και ψάξε με, φίλα με, φτύσε με…
…Κατάλαβε όμως πως η αλήθεια… τις βλέπω βρε πουλάκι μου τις δύο πλευρές του νομίσματος∙ …κατάλαβε όμως κι εσύ πως είναι στιγμές, περιστάσεις, σταυροδρόμια (πες το όπως θες) στη ζωή μας, που η αλήθεια δεν σηκώνει και τις δύο της όψεις. Ζητάει μαχαίρι να κόψεις την μια και μαχαίρι να υπερασπίσεις την άλλη. Μη μου σπας λοιπόν τ’ αρχίδια με δαύτες γιατί τις νύχτες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ…
* Η πινακίδα από τα πρώτα χωριά της Ξάνθης ή τα ενδιάμεσα της καρδιάς μας…
Τίποτα (ναι)
Κι οι λέξεις μας –έστω κι αν είναι οι τελευταίες- (ναι)
Ποτέ δεν κλείνουν κάτι (ναι)
Οι λέξεις αφήνουν ενδεχόμενα (ναι)
Φρονώ οτί η τελευταία μας λέξη (ναι)
Δεν πρέπει ποτέ νά ‘ναι λέξη (ναι)
Πυροβόλα με, φύγε ή σφίξου πάνω μου, παράτα με, γάμησέ με, βάλε μου φίμωτρο, πέτα με απ’ τον γκρεμό, χέσε με, στείλε με για τσιγάρα, βάλε μου κάτι να πιώ, βρίσε με, σπάσε μου την μάπα, αγκάλιασέ με, κλείσε τα μάτια σου και ψάξε με, φίλα με, φτύσε με…
…Κατάλαβε όμως πως η αλήθεια… τις βλέπω βρε πουλάκι μου τις δύο πλευρές του νομίσματος∙ …κατάλαβε όμως κι εσύ πως είναι στιγμές, περιστάσεις, σταυροδρόμια (πες το όπως θες) στη ζωή μας, που η αλήθεια δεν σηκώνει και τις δύο της όψεις. Ζητάει μαχαίρι να κόψεις την μια και μαχαίρι να υπερασπίσεις την άλλη. Μη μου σπας λοιπόν τ’ αρχίδια με δαύτες γιατί τις νύχτες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ…
* Η πινακίδα από τα πρώτα χωριά της Ξάνθης ή τα ενδιάμεσα της καρδιάς μας…
3.11.07
5.ΑΤΙΤΛΟΝ

Ακουγόταν πρώτα της ανάσας της η χαλαρή ανυπομονησία – κάτι σαν μια μυστική νότα στο intro της νύχτας. «Υπάρχει τίποτα;» τον ρώτησε κι όπως κολλούσαν τα τραπουλόχαρτα, του διηγήθηκε εν συντομία: «Από τον άνδρα μου το ‘μαθα το τσιγάρο∙ πάνω, στη Γερμανία. Χαμένα χρόνια. Μου άφησαν ένα κενό ηλικίας. Ίσως –σκέφτομαι τώρα- μέτρο των συναισθημάτων μας να ‘ναι ο χρόνος, η διάρκεια… αλλά άλλο καπέλο αυτό. 15 ώρες τη μέρα, που λες, δουλειά επάνω∙ 21-22 χρονώ κοριτσάκι εγώ τότε. Στήριγμα του σπιτιού εγώ τότε. Κι από πάνω η βία του. Το ευχαριστώ. Καταλαβαίνεις… Να μην τα πολυλογώ, για την μικρή μου έφυγα. Στήριγμα εκείνη δικό μου. Δεν μετανιώνω φυσικά.»
…Πόσοι αναστεναγμοί μου έσπασαν μέσα σου
τότε που μοιράζαμε τις ανάσες μας στόμα με στόμα;
Έπειτα μοναξιές δίχως άστρα, δίχως θάλασσες∙
Μόνο το ’’χρατς’’ του σπίρτου στο σκοτάδι, για να δεις το σκοτάδι.
Μόνο ο έρωτας λέω, μόνο ο έρωτας αντέχει και αντέχεται
όταν βοούν των ψυχών οι αντιθέσεις.
Η αγάπη πάλι, θέλει προσαρμογή, θέλει ανθρώπους έτοιμους…
Έτοιμους να διαθέσουν χρόνο, να δώσουν και να πάρουν λογική
δυο πόντους πάνω ή κάτω απ’ το τυφλό συναίσθημα.
Δεν λέω πως δεν αγαπήσαμε ή δεν αγαπηθήκαμε.
Αγαπήσαμε κι αγαπηθήκαμε
Στον τρόπο τα μπερδέψαμε. Ίσως… Δεν ξέρω…
Ίσως αγάπη για τον καθένα μας να είναι ο τρόπος του.
Ίσως θα χρειαστεί καιρός.
Έπειτα η σιωπή που ακολούθησε το φιλί, ήχησε πάνω απ’ τα πρωινά χώματα όπως προσεδάφιση φεγγαριού.
Εκείνος φιλτράριζε τα λόγια, τη γαλήνη της, τα ξεσπάσματά της. (Άφηνε μόνο την ανεπαίσθητη κίνηση του αντίχειρά του πάνω στον καρπό της να υποδηλώνει την παρουσία του). Η ροπή της προς το παράπονο συμπλήρωνε με κεφαλαία γράμματα μια αίτηση αγάπης και κάπου στο ασίμωμα της αυγής, του έδειξε πέρα ένα κόκκινο ηλιοβασίλεμα πού ‘χε ζωγραφίσει η μικρή της πάνω στο τραπεζομάντιλο ενός εστιατορίου. «Κραγιόν σε κυριλέ ύφασμα ο πίνακας» είπε αστειευόμενη και της φωνής της το ψιχάλισμα κύλησε αρμονικά – σαν μια μυστική νότα στο outro της νύχτας. – Μιας νύχτας από εκείνες που σου υπενθυμίζουν πως ίσως το μόνο αντίδωρο της γραφής να είναι αυτές οι τυχαίες, στιγμιαίες ή μη, συναντήσεις με ανθρώπους που έμαθαν να μάχονται κάτω από αντίξοες συνθήκες, με ανθρώπους που έχουν να πουν…
…Πόσοι αναστεναγμοί μου έσπασαν μέσα σου
τότε που μοιράζαμε τις ανάσες μας στόμα με στόμα;
Έπειτα μοναξιές δίχως άστρα, δίχως θάλασσες∙
Μόνο το ’’χρατς’’ του σπίρτου στο σκοτάδι, για να δεις το σκοτάδι.
Μόνο ο έρωτας λέω, μόνο ο έρωτας αντέχει και αντέχεται
όταν βοούν των ψυχών οι αντιθέσεις.
Η αγάπη πάλι, θέλει προσαρμογή, θέλει ανθρώπους έτοιμους…
Έτοιμους να διαθέσουν χρόνο, να δώσουν και να πάρουν λογική
δυο πόντους πάνω ή κάτω απ’ το τυφλό συναίσθημα.
Δεν λέω πως δεν αγαπήσαμε ή δεν αγαπηθήκαμε.
Αγαπήσαμε κι αγαπηθήκαμε
Στον τρόπο τα μπερδέψαμε. Ίσως… Δεν ξέρω…
Ίσως αγάπη για τον καθένα μας να είναι ο τρόπος του.
Ίσως θα χρειαστεί καιρός.
Έπειτα η σιωπή που ακολούθησε το φιλί, ήχησε πάνω απ’ τα πρωινά χώματα όπως προσεδάφιση φεγγαριού.
Εκείνος φιλτράριζε τα λόγια, τη γαλήνη της, τα ξεσπάσματά της. (Άφηνε μόνο την ανεπαίσθητη κίνηση του αντίχειρά του πάνω στον καρπό της να υποδηλώνει την παρουσία του). Η ροπή της προς το παράπονο συμπλήρωνε με κεφαλαία γράμματα μια αίτηση αγάπης και κάπου στο ασίμωμα της αυγής, του έδειξε πέρα ένα κόκκινο ηλιοβασίλεμα πού ‘χε ζωγραφίσει η μικρή της πάνω στο τραπεζομάντιλο ενός εστιατορίου. «Κραγιόν σε κυριλέ ύφασμα ο πίνακας» είπε αστειευόμενη και της φωνής της το ψιχάλισμα κύλησε αρμονικά – σαν μια μυστική νότα στο outro της νύχτας. – Μιας νύχτας από εκείνες που σου υπενθυμίζουν πως ίσως το μόνο αντίδωρο της γραφής να είναι αυτές οι τυχαίες, στιγμιαίες ή μη, συναντήσεις με ανθρώπους που έμαθαν να μάχονται κάτω από αντίξοες συνθήκες, με ανθρώπους που έχουν να πουν…
Από το αμελημένο λόγω έλλειψης χρόνου "Αction Εστί"
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)
