25.10.07

Ήρθε και ο δικός μου εχθές,

έρχεται συχνά τελευταία, πιο συχνά δηλαδή από ότι παλιά.

Νεκρός, ως συνήθως

με αναζήτησε κάτω από τα στρώματα μου.

Έλειπα νομίζω.

Μετά σαν κάμπια που είναι τυλίχτηκε πίσω από την πόρτα μου,

κουκούλι κανονικό, όχι βέβαια σαν τα άλλα, τα γνωστά.

Θα περιμένω ψέλλισε, το μέλλον μου είναι καθαρό,

θα γίνω πεταλούδα.

”Μα …” Θα απαντούσα αν μπορούσα.

“Σκασμός” Θα αποκρινόταν. Το έχει ξανακάνει και τον ξέρω.

Αν ποτέ θελήσω με περιμένει εκεί, δεν έχω παρά να κλείσω την πόρτα του δωματίου μου και να φανεί από εκεί πίσω.

Αφεντικό του δωματίου μου και εγώ αυτός που του χρωστάει

σίγουρος για τον εαυτό μου και για τις οφειλές μου απέναντι του.

Σκατά.

Τα μεταξωτά κουκούλια θέλουνε κι επιδέξιες πεταλούδες.

24.10.07

Συνήθως κάποια βιβλία, κάποιοι δίσκοι, κάποιες ταινίες που θέλω από χρόνια να διαβάσω, ακούσω, δω (ενώ παράλληλα γνωστοί και φίλοι με τσιγκλάνε: «καλά δεν το ‘χεις δει αυτό; δεν το ‘χεις διαβάσει; δεν το ‘χεις ακούσει;») όταν φτάνει η στιγμή της «κατανάλωσής» τους, με κάνουν και αναρωτιέμαι: «γι’ αυτή την μαλακία μου ζάλιζαν το κεφάλι;» Ίσως γιατί ο μύθος πλάθει πάντα κάτι παραπάνω κι η προσμονή απλώνει υπομονετικά έναν χρυσό ιστό οπού είναι ταγμένη να παγιδευτεί ντυμένη με λιγότερο πολύτιμα μέταλλα, η πραγματικότητα και η πλήρωση. Γνωστά αυτά.
Ωστόσο χθες μόλις, μετά από καιρό απόχτησα ένα βιβλιαράκι που κινούνταν μέσα στη σφαίρα του προαναφερθέντος μύθου καταφέρνοντας παράλληλα να σπάσει με δύναμη και ευχαρίστηση τον ιστό της προσμονής. (Έπρεπε να βρω χρόνο για Θες/νίκη μιας και οι ονοματολάγνες επαρχίες προσφέρουν ότι πιο μπανάλ και τετριμμένο σε έκφραση, πολιτισμό, διασκέδαση.) Μιλώ για του Ποτέ και Τίποτα του Η. Πετρόπουλου.
Η αλήθεια είναι πως το σκέφτηκα αρκετά για να βάλω κάποια πράγματα εδώ μιας και εσχάτως ο Πετρόπουλος, η Μαλβίνα, η Γώγου κ.α. αποτελεούν αγαπημένα θέματα στα blogs και άλλη μια δημοσίευση τι νόημα θα είχε; Τέλος πάντων, αφού αποφάσισα να το κάνω ας αποφύγω τουλάχιστο την, επί του βιβλίου ή του ίδιου του Πετρόπουλου, φιλολογία.


Με ρωτάς:
-γιατί είσαι τόσο σκληρός;
Σου απαντώ:
-από τρυφερότητα.

۞

Στον λεωφόρο το αυτοκίνητο
έτρεχαν αύριο σαν τρελές,
κυνηγώντας την αυτοκτόνησή τους.
Οι φιλόλογοι απαγορεύουν τα λάθη,
επειδής μισούν την παλλόμενη έκφραση.
Στεκω μπρος στο πράσινος σπίτι.
Ψιλοβρέχει.
Πλησιάζεις κρατάς την κόκκινο ομπρέλα.
Γαμώ την γραμματική σας.

۞

Δεν υπήρξα ποτέ δυστυχής.
Συμβιώ αρμονικώς με την
έμφυτη μελαγχολία μου.

۞

Τον παλιό καιρό ρωτάγανε στα σοβαρά:
-Καλύβην μετ’ Εκείνης
ή Ανάκτορον άνευ Εκείνης;
Είμαστε στην μικροσκοπική σοφίτα
όπου δεν υπάρχει ειμή ένα κρεβάτι
και γαμιόμαστε τρυφερά.
Το Ανάκτορον σας το χαρίζω.

۞

Ο Braque συμβούλευε:
-πρέπει να ξεφεύγεις από την δεξιοτεχνία.
Κατά τον ίδιο τρόπο ο κάθε ποιητής
δεν πρέπει να καυλώνει με τις λέξεις.
Δεν είμαι ευρωπαίος.
Αφού είμαι μεσογειακός
λοιπόν,
αρπάζω όποια λέξη βρω μπροστά μου.

۞

Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πως κοιτάς όταν λες ψέμμαυτα.
Πως κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πως ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου
και τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της
ή καθόλου.

۞

Μου παινεύεσαι μαλάκα
και μου παριστάνεις πολύ τον γκόμενο
και λες και λες:
-την βλέπεις αυτή; την ξέσκισα…
Με δισταγμό ακούω τις αφηγήσεις σου
γιατί ανέκαθεν ήμουνα σκλάβος
– εννοώ σκλάβος των Γυναικών.
Και δεν το βρίσκω υποτιμητικό
να σε κυβερνάει μια Γυναίκα.
Επιπλέον μάθε πως δεν είμαι μαζόχα.

۞

Φουμάρω σαν τσιμινιέρα.
Έτσι νιώθω ελεύθερος
στην κατάκτηση του ιδιωτικού μου καρκίνου.

۞

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου.
Κάνει κρύο,
μα το σιωπηλό τηλέφωνο είναι ακόμα πιο κρύο.
Στα εξηνταπέντε σου όλα είναι μελαγχολικά.
Στα εξηνταπέντε σου όλα είναι σκατά.

۞

Ο γέρος είναι παλιός κάτοικος του Coye.
Τον θυμάμαι απ’ το ’76.
Σήμερα, Σάββατο πρωί τον ξαναβλέπω
να σέρνεται στο παζάρι του χωριού.
Τον χαιρετώ (bonjour monsieur!)
και σκέφτομαι: ακόμα ζει αυτός;
Φαντάζομαι πως ο γέρος
κάνει την ίδια κρυφή σκέψη για μένα.

۞

Δεν έχω άλλα δάκρυα.
Η βροχή πέφτει πλαγιαστά.
Μην κλαις πια για μένα.
Το βρίσκω πρόωρο.

۞

Θα πρέπει να ‘χεις ωραία μάτια.
Γιατί φοράς αυτά τα μαύρα γυαλιά;
Γιατί θες να κρύψεις το μυστήριο
που σαφώς αποπνέεις;

۞

Πράγματι, ο Ποιητής είναι τέρας της φύσεως.
Ορθώς δεν τον δέχονται οι μετριότητες
και τον δολοφονούν.
Ο Ποιητής παρίσταται αινιγματικώς
αφού ο κόσμος επιβιώνει δια της μπαναλιτέ.
Το να γεννηθείς Ποιητής είναι ατύχημα.
Προτιμητέοι οι μπακάληδες και οι δικηγορίσκοι.

21.10.07


Κάτι ξεχασμένα από ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΙ

Το μαύρο σου σακάκι πεταμένο στο πεζοδρόμιο.
Είπαν πως έφυγες.
Μαλακίες. Από καιρό μου το ‘λεγες πως δεν
σου αρέσει αυτό το σακάκι.
ΟΠΤΙΚΕΣ



Τα μαλλιά της στο χρώμα της παραλίας.
Κι όπως φυσάει φθινοπωρινός αέρας και χορεύουν
μέσα στο βλέμμα σου,

άμμος που δραπετεύει απ’ την κλεισμένη σου χούφτα…
ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΡΗΜΙΑΣ



…Και χάνεται στο πλήθος της άλλης άμμου.
ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΡΗΜΙΑΣ ΙΙ



Τα μεταξωτά λόγια θέλουν κι επιδέξιες ψυχές.
ΕΚΔΟΧΗ ΣΙΩΠΗΣ



Του κόσμου το περίγελο χαράματα περνάει
μπροστά απ’ το παραθύρι της και σιγοτραγουδάει:
Το παραθύρι σου άνοιξε ρίξε μου μια γλυκιά ματιά
Κι ας σβήσω πια τότε μικρό μου έξω απ’ το σπίτι σου σε μια γωνιά.
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΣ ΧΟΡΔΗΣ ΤΗΝ ΜΙΞΗ



Τετάρτη βράδι. Απ’ τις εξίμιση το πρωί στο πόδι.
Δουλειά, γήπεδο για προπόνηση, διάβασμα…
Ώρα δωδεκάμιση τώρα και μπρούμυτα στο κρεβάτι
σημειώνω αυτές τις γραμμές.
Ο ύπνος περιμένει το πρώτο κόλλημα, τα λίγα εκείνα
δευτερόλεπτα οπού θα γείρεις το κεφάλι στην κουβέρτα
αναζητώντας την κατάλληλη
ή μια πιο κατάλληλη λέξη…
ΚΑΛΗΝΥΧ…


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Δεύτερη μέρα ασταμάτητη βροχή.
Στον ουρανό πετάει ένα μπαλόνι από Ήλιο.
Από ποια γιορτή; Όλα μουλιασμένα.
Μάντσεστερ, Λονδίνο, Σκωτσέζικες ανοιχτωσιές
με βρόχα και ομίχλη.
Η γιαγά μου μού ‘λεγε να βλέπω και την
θετική πλευρά. Σωστά:
Αύριο μάλλον δεν θα ‘χει δουλειά.
ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ



Η Τέχνη μια τεχνική επιμήκυνσης του κάθε παρόντα χρόνου∙
κι εγώ που προσπαθώ να καταλάβω ποια ηλικία τρέχω.
ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ-ΥΠΕΡΝΟΗΣΕΙΣ



Τα λόγια που μου ψιθύριζες και σου ψιθύριζα στ’ αυτί.
Αυτά με πονάνε.
Εκείνοι οι πυροβολισμοί με σιγαστήρα μέσα σε σκοτεινά δωμάτια
που εναλλάσσονταν με τον ήχο του ιδρώτα
όπως ξεκολλούσαν πότε πότε τα κορμιά μας.
Φίλια Πυρά

20.10.07

… λοιπόν ; Χαμένε;

Σε πέρασαν μέχρι κι οι τελευταίοι,

αυτοί που κάποτε τους έριχνες και γύρο.

Και τώρα;

Θα σφίξεις τα δόντια; Δεν έμειναν λίγα μέτρα ξέρεις

και το ξέρεις ή τουλάχιστον το φοβάσαι!

- Μα δεν αγωνίζομαι στο άθλημα μου.

Αγώνας δρόμου είναι ρε, ίδιος για όλους, μήπως αυτών το άθλημά τους είναι;

Σε πέρασαν ρε βλάκα κι αυτοί που έτρεχαν σε κουλουάρ με εμπόδια!

Άσε που σου μιλάω και δεν το σκέφτεσαι.

Ρε τρέχα ρε! Τρέχα όσο βλέπεις ακόμα τις πλάτες τους.

(Συνεχίζεται)*

* Κανονικά δεν θα συνεχίζονταν αλλά εντάσσεται σε μια προσπάθεια να γίνει το blog μας λίγο πιο εμπορικό. Ακολουθούνται τακτικές σκληρού Marketing.

15.10.07


…σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ’ το τρένο ξυπνώντας άσχημα κάποια συννεφιασμένη αυγή.
Γ.Σεφέρης


Κράτησα μέρες ανύπαρκτα πράγματα μες στην ψυχή μου.
Σήμερα πρωί, ώρα οχτώ μ’ ένα κόμπο στην καρδιά είπα να ζωγραφίσω την μορφή τους. Δυο ζευγάρια μάτια ψηλά ψηλά. Στο τασάκι καίνε τρία τσιγάρα. Ζωγραφίζω την πρώτη αχτίδα που σκάει μύτη πίσω απ’ το βουνό. Προσπαθώ να βρω ένα σημείο επαφής. Δεν ξέρω… που γαληνεύουν τα νερά; Ίσως μέσα στα μάτια σου. Μα αν βουτήξει κανείς, οι κύκλοι διαταράσσουν την ηρεμία. Έτσι δεν είναι; Κι εντέλει απομένεις ανέρωτος σαν τους ξενέρωτους του «θαυμάστε αλλά μην αγγίζετε.» Σκοντάφτεις κάποτε στον εαυτό σου κι όταν αποφασίζεις να γκρεμίσεις το τοιχίο, φοβάσαι πως παίζεις τον έρωτα με κάτι που θα σ’ αρνηθεί. Γιατί οτιδήποτε λιγότερο απ’ αυτό που φοβάσαι, είναι δειλία. Γιατί πέρα από τις επαναστατικές ουτοπίες, κάποιος σου κάρφωσε (σ’ ένα πιο προσωπικό επίπεδο) στην καρδιά το «ας είμαστε ρεαλιστές κι ας στοχεύουμε το ανέφικτο.»
Δεν ξέρω… έχει δρόμο ακόμα η δίκη και μέχρις στιγμής θα σου αναγνωρίσω τουλάχιστο τ’ ότι δεν υπήρξες φυγόπονος.

Κράτησα μέρες ανύπαρκτα πράγματα μες στην ψυχή μου.
Σήμερα πρωί, ώρα εννέα αισίως, μ’ ένα κόμπο στην καρδιά, είπα να ζωγραφίσω την μορφή τους. Δυο ζευγάρια μάτια ψηλά ψηλά και στα χείλη μου ανεβαίνει: «α τα δώσω όλα ένα μπαρά κι α πά να γαμηθούν.» θυμάμαι το μήνυμα του Βασίλη που έχω να τον δω από τότε που κλεισε η Pub: «Θ. δεν μπορώ να βρεθούμε. Πνίγομαι. ’’Πού ‘σαι νιότη μ’ πού λεγες πως θα γινόμουν άλλος’’.» γειά σου ρε Μπίλλη. Τουλάχιστο προλάβαμε. Εδώ είμαστε πάλι, θα τα πούμε.
Λοιπόν… λυπάμαι μα θα ρθει καιρός που τα παιδιά δεν θα ερωτεύονταιγιατί δεν θα χουν χρόνο. Ξύλινα τα βλεφαράκια τους θα παίζουν τους λεπτοδείχτες σ’ ένα ρολόι τοίχου. Θα αγνοούν. Όπως εδώ και χρόνια αγνοούν τα παιχνίδια της γειτονιάς. Από τα πιο βάρβαρα όπως τους πετροπόλεμους κτλ. (που πηγαίναμε μες στα αίματα σπίτι κι από πάνω ξύλο) ως τα πιο αθώα κρυφτά, κυνηγητά κ.α. αντικείμενα της λαογραφίας θα γίνουν όλ’ αυτά σε λίγα χρόνια. Και μη με ξαναπείς γκρινιάρη. Τρίψε στα μούτρα σου την κοινωνία που μας έφτιαξαν κι αναρωτήσου πόσο ανθρώπινη είναι για τα παιδιά που έρχονται δίχως ελεύθερο χρόνο. Δεν προβάλλω νοσταλγός κανενός παρελθόντος. Δεν στέκω πίσω σαν τις μαυροφορούσες με μαύρο τσεμπέρι στο πλατύσκαλο του σπιτιού τους την ώρα που περνάει η κηδεία από κει. Αλλά κι αυτή η φορά της χιονοστιβάδας του μέλλοντός σας μου βρωμάει. Αποσμητικά ποιήματα κάτω απ’ τις μασχάλες.

Κράτησα μέρες ανύπαρκτα πράγματα μες στην ψυχή μου.
Σήμερα πρωί, ώρα δέκα παρά κιόλας, είπα να ζωγραφίσω την μορφή τους. Δυο ζευγάρια μάτια ψηλά ψηλά… Μπα, όχι. Μόνο τα δικά της. Βλέπεις πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που ερωτεύτηκα προτού ν’ αγγίξω. Μόνο τα δικά της.
Και πες πως δεν τά ‘παμε ποτέ ψυχή μου. «Και πε πως δεν με γνώρισες κι ούτε κι εγώ σε είδα…»


Φωτο της Κάλλης Μπέλλου-γκράφιτι. Thanks κι απο 'δω για την παραχώρηση του εξωφύλλου.

12.10.07


Πιστή στο πνεύμα των ημερών η νεολαία του ΠΑΣΟΚ παρτάρει ανταλλάσσοντας γόνιμα σφηνάκια.
Η σουρεάλ αντιπαράθεση της γροθιάς (που σπάει κάτι αλυσίδες, τι κάνει εκεί;) με το λάγνο βλέμμα της νεαράς που μας προτείνει τα οπίσθιά της, ακόμη πιστότερη προς όλα τα πασοκικά-νεοπασοκικά πνεύματα.
Η ερώτηση: «λες να γίνει δική σου;» δεν μπορεί να περιμένει. Οι ανά την χώρα περιοδίες άρχεψαν. Καλή ηγεσία αδέλφια.

11.10.07

Όταν σκουραίνουν οι ώρες ή τα πρόσωπα κι εμείς προσπαθούμε να διακρίνουμε το πρόσωπο που απευθυνόμαστε…

Η νύχτα ανοίγει τις πόρτες της να υποδεχθεί όσους δεν χώρεσαν στην Κιβωτό. Βρέχει κι εκεί. Οι ερωτευμένοι δεν φοράνε αδιάβροχο. Τι να το κάνουν; Κατακλυσμένοι ήδη, το ξέρουν πως κάθε συνέχεια ή απόπειρα συνέχειας, πίσω έχει τις ρίζες της∙ το ξέρουν πως κάθε βάσιμη, ή μη, απόπειρα σωτηρίας, είναι σαν να τα μπλέκεις με γκόμενα από κωλόμπαρο που θέλει να «ξεφύγει».

«Έχεις νιώσει ποτέ να οδεύεις προς κάπου οπού θα φας τα μούτρα σου; Αν ναι, έχεις μια θεωρητική γνώση αλλά μην ξεψαρώνεις. Ωχώώώώ δρόμος και καιρός ακόμα…

Κατά τα άλλα, Μπηλιωπολιτισμός και τα ρέστα. ’’Αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας’’ στα κυριακάτικα πανέρια των εφημερίδων και κράτα τα ρέστα. Και κάτι Fido-ΝίΒο με μακριές παντελονόβρακες (που «εμείς γι’ αλλού κινήσαμε γι’ αλλού/κι η τσέπη αλλού μας πάει») που πουλάνε αντεργκράουντ και άρνηση για 16χρονα πασών των ηλικιών…

Ψτ, πού ‘σαι. – Είδα έξω απ’ το Μέγαρο μια γωνία απ'το σκισμένο σακάκι του Τσιτσάνη όταν τον τραβολογούσε ο Νταλάρας να τον μπάσει μέσα.»

Τρόμαξα έτσι μπερδεμένα που μου τά ‘λεγε… Κι είχανε σπάσει και τα νερά κι ύστερα ακούστηκαν κλάματα και φώναζαν "αγόρι αγόρι.."



Στην “y” που πάνω απ’ το καροτσάκι της μού χε πει: «κι εγώ θα ‘θελα να παίζω μπάλα». Κι ας το ξερε που δεν είναι γυναικεία υπόθεση και που κι αλλιώς να ‘χαν τα πράγματα, δεν θα παιζε. Στην “y” γιατί μόνο γραπτώς θα μπορούσα να της πω πως είναι το τελευταίο πρόσωπο που μ’ έκανε να αναρωτηθώ μήπως τελικά υπάρχει αυτό το πράμα που το λένε Θεό.

9.10.07

Υπάρχουν αυτοί που διαβάζουν ποίηση με βάση τα αισθητικά τους ιδεώδη και μόνο. Καλά κάνουν. Αν έχεις λυμένα τα της ζωής, τα βασικότερα τουλάχιστο, την βλέπεις όπως θέλεις την φάση. Φοράνε συνήθως πουκάμισο LACOSTE με πουλόβερ BENETTON ριγμένο στους ώμους κι οι γυναίκες αυστηρού χρώματος ταγιέρ. Διαβάζουν κατά κανόνα μετά την επίσκεψη στο μουσείο. Σπανιότερα πριν.
Υπάρχουν επίσης αυτοί που διαβάζουν έτσι, για να λένε∙ ως κάτι που τους προσφέρει ένα ιδιότυπο βάθος που δεν έχουν. Από καμιά φορά στους δυο-τρεις μήνες. Όταν τους πιάνει και θυμούνται πριν χρόνια στο Πανεπιστήμιο πού ‘χανε μπλέξει με καμιά «underground» παρέα κι έβγαιναν στη Ναυαρίνου ή στα καφενεία της Αγ.Δημητρίου.
Και πετάνε τώρα από μνήμης κανά στιχάκι κατά την διάρκεια του meeting ή του επαγγελματικού γεύματος, έτσι, να χαλαρώσει λίγο η ατμόσφαιρα. Και ανάμεσα στα ευγενικά, εγγαστρίμυθα ρεψίματά του, του επιχειρηματία ή του προ’ι’στάμενου του ‘χει σηκωθεί έτσι ωραία που τα λέει το πάλαι ποτέ ευαίσθητο μουνάκι το οποίο με τη σειρά του αναρωτιέται τι εντύπωση να δημιούργησε μ’ αυτό που είπε.
Υπάρχουν κι εκείνοι οι ποιητές που διαβάζουν γενικώς και αορίστως ότι τους προτείνεται ( σε μια εποχή μάλιστα που όλοι έχουν βήμα να προτείνουν και δεν παραλείπουν να το κάνουν). Δεν θα πω παραπάνω γι’ αυτού διοτί οι τύποι που περιμένουν την κριτική των άλλων για να διαμορφώσουν άποψη για τον εαυτό τους, είναι η χειρότερή μου. (Θυμάμαι τώρα τυχαία μια παλιά συνέντευξη του Καραπιάλη πού λεγε: «πολλοί συμπαίκτες μου στα αποδυτήρια, διάβαζαν εφημερίδα για να μάθουν αν πήγαν καλά.») Τέσπα. Μακρηγορώ. Ήθελα μόνο να πω πως διατηρώ το δικαίωμα να πιστεύω –δίχως ποτέ να σβήνω τα ερωτηματικά… εξάλλου οι τελείες σ’ ότι έχω γράψει είναι βαλμένες με μολύβι- πως η ποίηση που διαβάζει ο καθένας μας είναι μάλλον θέμα ορμονών. Στο κέντρο του σώματός της διακρίνεις λίγο αίμα από ομφάλιο λώρο. Κι όλα αυτά από έναν απογευματινό εκνευρισμό που μου βγήκε στα ξεκάρφωτα για το οτί γενικώς αγνοείται ή αποσιωπάται ένα από τα αριστουργήματα της πολύ σύγχρονης ποίησής μας. Ο ΕΡΥΘΡΟΓΡΑΦΟΣ του Καρούζου που μου ‘πε κάποτε πως η «επιτυχία» ενός γραπτού βρίσκεται στο υποβόσκων πάθος του για την ίδια του την διάψευση.

۞
…Λέγοντας – έξοφλούμε τις αισθήσεις ή προδίδουμε μονάχα;
Κανείς δεν ξέρει∙ ευτυχία να μην ξέρει.
Κ’ έτσι διαρκούμε ανίδεοι δρέποντας όνειρα…
(ΣΚΥΛΟΣ)
۞
…Οίμοι λοιδόρησα την ηρεμία και μ’ αρέσει ο φόβος.
Είμαι μόνον αυτός που έχει την τρελάρα του∙ τίποτα πιότερο∙
αναβοσβήνει το χέρι μου όταν γράφω.
(ΕΓΚΑΡΣΙΟΙ ΣΤΙΧΟΙ)
۞
…ήξερες απ’ έξω κι ανακατωτά την Παρουσία
φόβος και τρόμος ήσουνα στην Ψυχολογία.
Σήμερα νιώθεις πληθαίνοντας την Κωμωδία…
(PRAXIS)
۞
Άλλος ο Κλέων κι άλλος ο Κλαίων
Άλλο Φαιστός κι άλλο Ήφαιστος
Άλλο το θηλυκό μυαλό κι άλλο η γυναικεία νόηση…
(ΔΙΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΜΕ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ)
۞
…πολλαπλασιαστής θεουργίας και χιονοθύελλα
όταν ματώνω αρχίζει η λάμψη μου.
Γυμνός αμνός αμνότατος και η έσχατη
αλαζονεία της ζωής: ο θάνατος.
(ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΟ ΥΠΝΟ)
۞
Είμαι παντέρημος όσο κι φέγγαρος ψηλά, σε στύση φωτός τον Αύγουστο.

…τελετουργώ στη σιωπή χωρίς άμφια.
(ΗΤΤΗΘΗΚΑ ΝΥΧΤΑ)
۞
Το χιούμορ είναι βραδύτητα∙ δεν είναι για βιαστικούς…
…Στο κλάμα είμαι μαγευτική, δεν είμαι;
αλαζόνευε η φωνούλα της Σαλώμης.
(ΡΗΤΗ ΣΙΩΠΗ∙ ΝΟΤΙΣΜΑ)
۞
Οτι και να πεις στο στόμα σου μένει∙ δεν προέρχεται
ούτε πάει∙
αστειεύομαι πάλι…
(ΒΑΡΥΑΥΛΟΣ)
۞
Α+Α=Α
Δική σας η λογική. Δεν τη διεκδίκησα.
۞


Θα μπορούσα να το ποστάρω όλο αλλά υπάρχει καιρός για νέες αναφορές.


πορτρέτο του Καρουζέλ από τον Αχιλλέα Χρηστίδη

Μια μεγάλη καλημέρα
σε εκείνες που μου χαμογελούν
κι ας μη με ξέρουν.
Σε εκείνες που χαμογελούν
ακόμα κι όταν δεν τις βλέπουν.
Που έχουν πάντα κάτι να μου πουν και
μου το λένε.
Με κερδίζουν χωρίς να προσπαθήσουν.
Χάνω και χαίρομαι γιατί έπαιξα.
Και τέλος σε κάνουν να μην συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο απο αυτές.
Γιατί το να είσαι γυναίκα δεν είναι επιστήμη και καλυντικά,
είναι η απλότητα,
απλά να ξέρεις οτι είσαι!

7.10.07

"... Πόσο ακόμα θα υπάρχω στις ρακένδυτες μνήμες
σου πόσο ακόμα θα ψάχνω αιμοραγώντας με στίχους
την ανάσα απ' το γέλιο σου, τους τριγμούς απ'τα βήματα
της αγάπης το τρέμουλο στους σπασμούς της φωνής σου
τόσα χρόνια σπατάλησα να προσμένω τον ίσκιο σου
ένα χέρι ζεστό ας μου κλείσει τα μάτια. ..."
Θες να πεις καμιά φορά, αλλά ... δεν λες.
Αφού ούτε στον εαυτό σου δεν μπορείς να τα εξηγήσεις.
Οι σκέψεις μοιάζουν εικόνες που δεν γίνονται λέξεις με τίποτα.
Δικές σου εικόνες που νομίζεις είναι μαγικές και δεν μπορεί κανείς άλλος να τις δει.
Τότε καταφεύγεις στους στοίχους των τραγουδιών.
Τα Διάφανα Κρίνα έχουν τους ιδανικούς στοίχους για αυτές τις περιπτώσεις.
Μια εικόνα χίλιες λέξεις - ένας στοίχος χίλιες εικόνες ...

Έγραψε ο εξ αριστερών.

6.10.07

Είμαι - Κάθομαι στις χορδές της νύχτας
Τα μάτια ενός κοριτσιού με αρπίζουν...
Φωτό: Κολάζ του Οδ. Ελύτη

5.10.07

H Aγάπη ήταν πάντα ανορθόγραφη

Και να που ο έρωτας μας φτιάχνει και πάλι την διάθεση.
Κι όπως λέει κάπου παρακάτω το προφανές και συμπαθέστατο κατά τα άλλα, τραγουδάκι:

"Έτσι πώς να σε διαβάσω πές μου πώς..."

(Η αλήθεια είναι πάντως οτί προβληματίστηκα αρκετά όσον αφορά το από πού βγαίνει το ΚΙΤΑ)

Κεφάλαιο 7, Εδάφια i-ii

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ
7.i.
Μέσα στην απέραντη Κιβωτό υπήρχαν 6 δισεκατομμύρια άνθρωποι.
Όταν ρώτησα σχετικά τον Νώε, μου είπε: «Είχα εντολή να διασώσω
όλα τα είδη του ανθρώπου».

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ
7.ii.
Δύο φορές αφήσαμε περιστέρια ακολουθώντας την προαιώνια μέθοδο.
Και τις δύο επέστρεψαν νεκρά πάνω σ’ ένα κομμάτι συρματόπλεγμα.

Καταλαβαίνεις… εκτός των άλλων… αφήσαμε κι ανθρώπους εκεί έξω.
Δεν γινόταν αλλιώς.


"Από τα απομνημονεύματα του Fred"

3.10.07

3.X.07

Η βραχνιασμένη απ’ τη νύχτα φωνή που σκύβει, ώρα δύο, δυόμιση, τρεις, πέντε τα ξημερώματα – ένα Μάλμπορο, έναν Χόλμπορν, ένα χαρτάκι ντραμ, στο παραθυράκι του περιπτέρου, δρόμος παράλληλος με τα πάντα. Δρόμος χωρίς διαγραμμίσεις∙ διπλής… τι λέω; πολλαπλής κι αόριστης κατεύθυνσης. Δρόμος χωρίς διαγραμμίσεις ετούτη η φωνή. Κόσμος πάει κι έρχεται μέσα στον ήχο και τις λέξεις της.


Η βραχνιασμένη απ’ τη νύχτα φωνή στο παραθυράκι του περιπτέρου, παρελθόν σκέτο. Άφιλτρο. Στιγμή μπροστά. Κάποτε δεν λέει τίποτα. Άλλοτε κάνει ένα «ευχαριστώ» κι ακολουθεί μια μικρή σιγή όπως εκείνη που δίνει τον τόνο μετά την τελευταία λέξη μιας λάιβ απαγγελίας ποιήματος. Το κοινό βέβαια άσχετο, θα σπεύσει αμέσως να χειροκροτήσει μή ξέροντας πως το ποίημα είναι απλά η αφορμή για ποίηση. Μή ξέροντας πως η ποίηση είναι εκείνα τα δύο-τρία δευτερόλεπτα που ακολουθούν την τελευταία λέξη του ποιήματος...


Έτσι, επειδή μου καρφώθηκε το πρωί για κανά δίωρο στο μυαλό, από την ώρα που οδηγούσα για τη δουλειά και δεν γούσταρα μία να στρίψω κάτω για τα τεχνικά.
Μόνο να ‘μενε ώρα και χρώμα 7παρά και να πηγαίνω με τ’ αμάξι και να τραγουδάω μέχρι να βαρεθώ:

Στο άδειο μου πακέτο απόψε μπήκες
δεν ξέρω τι ζητάς και αν το βρήκες
αχ να 'σουνα τσιγάρο τελευταίο
γουλιά γουλιά μαζί σου να τα λέω

Μα τι να πω που 'μαι στεγνός από ψιλά και από παρέα
και σ' αγαπώ γιατί είσαι άπιαστη σαν όλα τα ωραία


Τι να σου πω άδειο βαγόνι το μυαλό μου αραγμένο
το σ' αγαπώ πάνω στου μπράτσου μου χαράζω την πληγή
Και δεν μπορώ να μη σε δω ούτε να μη σε περιμένω
ούτε μπορείς ν' ακολουθήσεις τη δική μου τη φυγή






Θα τού 'βαζα πινακίδα: "Με (κάτι απ') τον τρόπο του Χ2". Το προτιμώ στο τέλος και με ψιλά γράμματα.

ΟΙ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ ΜΑΣ ΠΕΘΑΊΝΟΥΝ ΠΡΌΩΡΑ.
(Σε αυτό οφείλονται και τα μηδενικά στα σχόλια)