Συνήθως κάποια βιβλία, κάποιοι δίσκοι, κάποιες ταινίες που θέλω από χρόνια να διαβάσω, ακούσω, δω (ενώ παράλληλα γνωστοί και φίλοι με τσιγκλάνε: «καλά δεν το ‘χεις δει αυτό; δεν το ‘χεις διαβάσει; δεν το ‘χεις ακούσει;») όταν φτάνει η στιγμή της «κατανάλωσής» τους, με κάνουν και αναρωτιέμαι: «γι’ αυτή την μαλακία μου ζάλιζαν το κεφάλι;» Ίσως γιατί ο μύθος πλάθει πάντα κάτι παραπάνω κι η προσμονή απλώνει υπομονετικά έναν χρυσό ιστό οπού είναι ταγμένη να παγιδευτεί ντυμένη με λιγότερο πολύτιμα μέταλλα, η πραγματικότητα και η πλήρωση. Γνωστά αυτά.
Ωστόσο χθες μόλις, μετά από καιρό απόχτησα ένα βιβλιαράκι που κινούνταν μέσα στη σφαίρα του προαναφερθέντος μύθου καταφέρνοντας παράλληλα να σπάσει με δύναμη και ευχαρίστηση τον ιστό της προσμονής. (Έπρεπε να βρω χρόνο για Θες/νίκη μιας και οι ονοματολάγνες επαρχίες προσφέρουν ότι πιο μπανάλ και τετριμμένο σε έκφραση, πολιτισμό, διασκέδαση.) Μιλώ για του Ποτέ και Τίποτα του Η. Πετρόπουλου.
Η αλήθεια είναι πως το σκέφτηκα αρκετά για να βάλω κάποια πράγματα εδώ μιας και εσχάτως ο Πετρόπουλος, η Μαλβίνα, η Γώγου κ.α. αποτελεούν αγαπημένα θέματα στα blogs και άλλη μια δημοσίευση τι νόημα θα είχε; Τέλος πάντων, αφού αποφάσισα να το κάνω ας αποφύγω τουλάχιστο την, επί του βιβλίου ή του ίδιου του Πετρόπουλου, φιλολογία.
Με ρωτάς:
-γιατί είσαι τόσο σκληρός;
Σου απαντώ:
-από τρυφερότητα.
۞
Στον λεωφόρο το αυτοκίνητο
έτρεχαν αύριο σαν τρελές,
κυνηγώντας την αυτοκτόνησή τους.
Οι φιλόλογοι απαγορεύουν τα λάθη,
επειδής μισούν την παλλόμενη έκφραση.
Στεκω μπρος στο πράσινος σπίτι.
Ψιλοβρέχει.
Πλησιάζεις κρατάς την κόκκινο ομπρέλα.
Γαμώ την γραμματική σας.
۞
Δεν υπήρξα ποτέ δυστυχής.
Συμβιώ αρμονικώς με την
έμφυτη μελαγχολία μου.
۞
Τον παλιό καιρό ρωτάγανε στα σοβαρά:
-Καλύβην μετ’ Εκείνης
ή Ανάκτορον άνευ Εκείνης;
Είμαστε στην μικροσκοπική σοφίτα
όπου δεν υπάρχει ειμή ένα κρεβάτι
και γαμιόμαστε τρυφερά.
Το Ανάκτορον σας το χαρίζω.
۞
Ο Braque συμβούλευε:
-πρέπει να ξεφεύγεις από την δεξιοτεχνία.
Κατά τον ίδιο τρόπο ο κάθε ποιητής
δεν πρέπει να καυλώνει με τις λέξεις.
Δεν είμαι ευρωπαίος.
Αφού είμαι μεσογειακός
λοιπόν,
αρπάζω όποια λέξη βρω μπροστά μου.
۞
Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πως κοιτάς όταν λες ψέμμαυτα.
Πως κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πως ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου
και τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της
ή καθόλου.
۞
Μου παινεύεσαι μαλάκα
και μου παριστάνεις πολύ τον γκόμενο
και λες και λες:
-την βλέπεις αυτή; την ξέσκισα…
Με δισταγμό ακούω τις αφηγήσεις σου
γιατί ανέκαθεν ήμουνα σκλάβος
– εννοώ σκλάβος των Γυναικών.
Και δεν το βρίσκω υποτιμητικό
να σε κυβερνάει μια Γυναίκα.
Επιπλέον μάθε πως δεν είμαι μαζόχα.
۞
Φουμάρω σαν τσιμινιέρα.
Έτσι νιώθω ελεύθερος
στην κατάκτηση του ιδιωτικού μου καρκίνου.
۞
Σάββατο 6 Φεβρουαρίου.
Κάνει κρύο,
μα το σιωπηλό τηλέφωνο είναι ακόμα πιο κρύο.
Στα εξηνταπέντε σου όλα είναι μελαγχολικά.
Στα εξηνταπέντε σου όλα είναι σκατά.
۞
Ο γέρος είναι παλιός κάτοικος του Coye.
Τον θυμάμαι απ’ το ’76.
Σήμερα, Σάββατο πρωί τον ξαναβλέπω
να σέρνεται στο παζάρι του χωριού.
Τον χαιρετώ (bonjour monsieur!)
και σκέφτομαι: ακόμα ζει αυτός;
Φαντάζομαι πως ο γέρος
κάνει την ίδια κρυφή σκέψη για μένα.
۞
Δεν έχω άλλα δάκρυα.
Η βροχή πέφτει πλαγιαστά.
Μην κλαις πια για μένα.
Το βρίσκω πρόωρο.
۞
Θα πρέπει να ‘χεις ωραία μάτια.
Γιατί φοράς αυτά τα μαύρα γυαλιά;
Γιατί θες να κρύψεις το μυστήριο
που σαφώς αποπνέεις;
۞
Πράγματι, ο Ποιητής είναι τέρας της φύσεως.
Ορθώς δεν τον δέχονται οι μετριότητες
και τον δολοφονούν.
Ο Ποιητής παρίσταται αινιγματικώς
αφού ο κόσμος επιβιώνει δια της μπαναλιτέ.
Το να γεννηθείς Ποιητής είναι ατύχημα.
Προτιμητέοι οι μπακάληδες και οι δικηγορίσκοι.